Menu

Μου πήρε αρκετά χρόνια για να ακούσω κάποιον καινούριο δίσκο τον Sonic Youth. Η μοναδικότητα και η κληρονομιά αυτού του σχήματος έχει λειτουργήσει παράλληλα και σαν την ταφόπλακα του. Μετά από ακρόαση δύο έως πέντε βασικών δίσκων τους μαντεύεις άνετα τις δομές της επόμενης κυκλοφορίας και επιλέγεις.

Τι επιλέγεις; Αν είσαι οπαδός των Ramones και σου αρέσουν τα ίδια και τα ίδια πράγματα καλοζεσταμένα σε φούρνους τελευταίας τεχνολογίας ή αν το αυτί σου δεν αντέχει άλλο και θες να το ταΐσεις κάτι καινούριο. Προσωπικά για μια δεκαετία περίπου έτρωγα έξω.

Επιστρέφοντας λοιπόν στο ίδιο εστιατόριο μετά από τόσο καιρό κοίταξα τα πιάτα στο μενού και τι να δω. Όλες οι σπεσιαλιτέ ήταν ακόμη εκεί, σαγηνευτικά φωνητικά από την Kim, υποτονικά δολοφονικές κιθάρες από τον Thurston Moore. Υπήρχε μια σημαντική έλλειψη καθαριστικών πειραματισμών αλλά καλύφθηκε απόλυτα από την αφθονία ποιοτικών στοίχων. Παρήγγειλα λοιπόν μια απ’όλα και έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος.

Το αν αξίζει βέβαια ή όχι η αγορά του συγκεκριμένου δίσκου είναι καθαρά υποκειμενικό θέμα. Λειτουργεί πολύ καλά σαν εισαγωγή στον αμύητο, ικανοποιεί την ανάγκη του απλού fan αλλά δυσαρεστεί πάντα τον hardcore fan μια και πρόκειται για καθαρά εμπορικό δίσκο. Επίσης το ότι έφαγα καλά μια φορά κάπου και θυμήθηκα τα παλιά δεν σημαίνει ότι θα τρώω και κάθε εβδομάδα εκεί.

Sonic Youth – Rather Ripped

1. Reena
2. Incinerate
3. Do You Believe In Rapture
4. Sleepin’ Around
5. What A Waste
6. Jams Runs Free
7. Rats
8. Turquoise Boy
9. Lights Out
10. Neutral
11. Pink Steam
12. Or
13. Helen Lundeberg
14. Eyeliner

http://www.sonicyouth.com – Οφίσιαλ site

7 / 10

Οι περισσότεροι εκείνο το βράδυ της Τετάρτης του Ιούνη στο Λυκαβηττό περίμεναν ν’ ακούσουν λυρική μουσική εξασφαλίζοντας μια ήρεμη κι ανώδυνη διασκέδαση που απλά θα τους μετέφερε λίγο παραέξω απ’ την έκρυθμη καθημερινότητα. Εξάλλου, το επέτρεπε η άπνoια, η γλυκιά βραδιά. Το βαλσάκι της Amelie θα ήταν το αναμενόμενο backround και πάνω σ’αυτό θα ξετυλίγονταν τα μελωδικά, ατμοσφαιρικά αριστουργήματα του χαρισματικού πολυοργανίστα από την Βρετάννη, την ακρότατη δυτική χερσόνησο της Γαλλίας, τόσο κοντινή στην κέλτικη παράδοση και τους μύθους της.

Κι όμως, έφυγαν με την σκληρή υπενθύμιση: moνοchrome floors, monochrome walls, …..Monochrome flat, monochrome life… Σαν να συλήλθε λίγο ο κόσμος μετά τη συναυλία του Yann Tiersen. Η rock εκδοχή όλων των κομματιών ανάγκαζε τα όργανα να σκιρτούν στη θεατρική αισθητική των μουσικών αποδόσεων, τα σώματα να «τραγουδούν» εκεί που δεν υπήρχαν στίχοι, τους ακροατές να ξεβολεύονται απ’ την καθιστική ακρόαση και να πλησιάζουν, ολοένα και περισσότεροι, τη σκηνή. Κι εκεί, στη σκηνή επάνω, ο Γάλλος τακτοποιούσε αυστηρά κι υπομονετικά τα «κουτάκια» του. Κι εκείνα πειθαρχημένα στον κύριό τους απελευθέρωναν έναν έναν τους απόκοσμους ήχους τους, οι οποίοι με τη σειρά τους τύλιγαν ευλαβικά τις μελωδίες των πλήκτρων, τις πληθωρικές κιθαριστικές συγχορδίες, τις καθοριστικές επιβλητικές μπασσογραμμές. Ένας drummer επικεφαλής των αρμονικών συνδιαλλαγών έδινε το ρυθμό.

Οι μουσικοί ήταν πέντε και αναλάμβαναν τόσους ρόλους ώστε να ακούγονται σαν μια πολυμελής ορχήστρα: βιολί, πιάνο, ακορντεόν, πλήκτρα, κιθάρα, μπάσσο, μελώντικα, ξυλόφωνο, ντραμς … Έτσι, όλοι οι ήχοι των οργάνων συντάσσονταν ο ένας συνδυαστικά ή παρακολουθηματικά έναντι του άλλου, δίνοντας σε κάθε κομμάτι, και ανεξάρτητα από τη διάρκειά του, τις διαστάσεις που απαιτεί η μετρημένη αισθητική του δημιουργού. Αναγνωρίσιμα μόνο τα βασικά μελωδικά συστατικά των L’Horloge, A secret place, Bagatelle, Les Bras de Mer, Kala, Qu’en reste-t-il , Amelie, …Esther, A ceux qui sont malades par mer calme.. κι όλα μαζί διασκευασμένα ώστε να μεταμορφώνουν την παιδική περιέργια, σε εφηβική εκρηκτικότητα και τέλος σε ώριμη εκφραστικότητα: ολοκληρωμένη μουσική.

Αναρωτιέμαι πόσοι κατάφεραν να αποφύγουν στις 14 Ιουνίου τα μελωδικά κύματα ενός μαγικού ταξιδιού πέρα από μονόχρωμες πραγματικότητες…

De l’endroit où je suis
On voit les bras de mer,
Qui s’allongent puis renoncent
A mordre dans la terre…

O Yann Tiersen γεννήθηκε το 1970 στη Βρέστη της Γαλλίας. Έως τα 14 διέπρεπε στο πιάνο και στο βιολί ενώ λίγο αργότερα μαθαίνει να διοικεί ορχήστρα. Παρά την κλασσική μουσική παιδεία του, όμως, τα εφηβικά του χρόνια χαρακτηρίζονται από έντονη στροφή προς τη rock μουσική και τα συγκροτήματα του είδους. Επηρεάστηκε, πάντως, έντονα και από την post-punk κουλτούρα συγκροτημάτων όπως οι Joy Division και The Stooges. H βασική δισκογραφία του περιλαμβάνει τις εξής κυκλοφορίες:

La valse des monstres /Le tambourin de soie (1995)
Rue des cascades (1996)
Le phare (1998)
Tout est calme (1999)
Amelie Original Soundtrack (2001)
L’absente (2001)
Good bye, Lenin! (2003)
Yann Tiersen & Shannon Wright (2004)
Les Retrouvailles (2005)

Έχει συνεργαστεί με τον Neil Hannon των Divine Comedy στο Live album “Black Session” αλλά και την Françoiz Breut με την a la Edith Piaf φωνή της, γνωστή από τα τραγούδια της “Si tu disais” και “Je ne veux pas quitter”. Η τελευταία του δουλειά (“Les Retrouvailles”) περιλαμβάνει συνεργασίες με τον Stuart A Staples των Tindersticks και την Elizabeth Fraser των Cocteau Twins.

Πριν δυο χρόνια και κάτι μήνες κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του Billy Corgan, ιδρυτή και ψυχής των Smashing Pumpkins. Τιτλοφορήθηκε “Blinking with fists” και περιέχει ποιήματα σε πρώτο και δεύτερο πρόσωπο. Σε κάποια από τα ποιήματα βέβαια, αν όχι σε όλα τελικά, η σύνταξη είναι απρόσωπη, κι αυτό το τελευταίο ιδιαίτερο λογοτεχνικό ‘’τέχνασμα’’ είναι που μετατρέπει τα ποιήματα του Corgan σε καταγεγραμμένες σκέψεις και συναισθήματα όλων εκείνων των αθεράπευτα εσωστρεφών, που προτιμούν τα μοναχικά ταξίδια σε φανταστικούς προορισμούς αυτογνωσίας και αναζήτησης λύτρωσης παρά τις θορυβώδεις ανώδυνες αποδράσεις.

Η συλλογή των 57 ποιημάτων του Corgan δημοσιεύτηκε από την Faber & Faber το 2004. Την καλλιτεχνική επένδυση επιμελήθηκε η Yelena Yemchuk, της οποίας δουλειές έχουμε δει παλιότερα σε κυκλοφορίες των Smashing Pumpkins. Γενικά, οι καλλιτεχνικές – φωτογραφικές της κατευθύνσεις φαίνεται να ταιριάζουν στον τρόπο μουσικής και ποιητικής γραφής του Billy Corgan. Περισσότερα “Poems by Billy Corgan – ‘Blinking with Fists’”

Η σκέψη να (ξανα)δώ live τους New Order περιπλανιόταν στο μυαλό μου πολύ καιρό μετά την σχετική ανακοίνωση από την Detox, τη διοργανώτρια εταιρία του Ejekt festival. Βλέπετε δυστυχώς οι New Order πλέον δεν μου προκαλούν κανέναν ενθουσιασμό. Βαριά κουβέντα για ένα τόσο σημαντικό group, αλλά και 100% ειλικρινής. Ίσως να έχει να κάνει και με το γεγονός ότι η “δίψα” μου – να τους δω – είχε σβήσει πριν λίγα χρόνια στο Λονδίνο, αν και στη πραγματικότητα κι αυτό δεν είναι από μόνο του αρκετό ως αιτία. Τελικά τελευταία στιγμή αποφάσισα ότι ίσως και να άξιζαν τα 47 euros, ευχόμενος από τη μία να ακούσω τα όποια Joy Division – era άσματα γνώριζα ότι μπορεί να έπαιζαν, και από την άλλη να μην υποχρεωθώ να ανεχτώ πολλά tracks από τον τελευταίο απαράδεκτο δίσκο τους.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή τα πράγματα.
Δεν θα μπορούσα να μην πω ένα “μπράβο” στην διοργανώτρια εταιρία για την προσπάθειά της. Ο χώρος ήταν πολύ καλός και άνετος, ενώ ακόμα και οι “διαδικασίες” αγοράς ποτών και τροφίμων φαινόταν ότι είχαν σχεδιαστεί προσεχτικά. Πολύ καλή εντύπωση μου έκανε και η άμεση αντιμετώπιση μικροτραυματισμού φίλης από το μικρό ιατρείο που είχε στηθεί λίγο κοντά στο χώρο.

Το “live stage” αποτελούνταν από δύο κολλητά stages. Στο ένα από αυτά έπαιξαν οι Hooverphonic, Radio 4 και Film, και στο άλλο οι New Order. Για τους Radio 4 δεν θα μπορούσα να γράψω κάτι αφού μου φάνηκαν  μάλλον αδιάφοροι. Οι Hooverphonic έκαναν μια αξιοπρεπή εμφάνιση κυρίως λόγω των πολύ όμορφων φωνητικών (αλλά και της “καυτής” εμφάνισης) της Geike Arnaert. Καθόλου περίεργο βέβαια το γεγονός ότι το κοινό ζεστάθηκε (κυρίως) στα γνωστά “Μad Αbout you”, “Jackie Cane” και “Eden”.
Ηταν κάτι παραπάνω από φανερό ότι ο περισσότερος κόσμος είχε δηλώσει παρών κατά κύριο (αν όχι μοναδικό) λόγο για τους New Order, οι οποίοι ως headliners εμφανίστηκαν στην αριστερή σκηνή, που είχε στηθεί αποκλειστικά και μόνο γι’αυτούς. Να σημειώσω ότι μου έκανε εντύπωση το πόσο νεαρός κόσμος είχε έρθει για το βρετανικο γκρουπ. Σύμφωνοι, οι New Order είναι …διαχρονικοί και για πολλούς “ζωντανοί” και σύγχρονοι, αλλά προσωπικά περίμενα περισσότερους “μεγάλους” θαυμαστές τους.

Δύο πράγματα μου έκαναν καλή εντύπωση και με ..διασκέδασαν. Η σκηνικη παρουσία του Peter Hook (ακριβώς την ίδια θετική εικόνα είχα και τη προηγούμενη φορά που τους είχα δει) και φυσικά τα κομμάτια των Joy Division. “Love Will Tear Us Apart”, “Transmission”, “Ceremony” (η καλύτερη στιγμή για μένα), “Shadowplay”. Αν κάτι με έχει κουράσει γενικότερα με τους New Order είναι το πόσο “σούπα” έχουν γίνει τα περισσότερα “γνωστά” τραγούδια τους. Κι ακόμα χειρότερο είναι ότι ούτε η live έκδοσή τους κατάφερε να μου απομακρύνει αυτό το αίσθημα της …βαρεμάρας. Ολα θα ήταν διαφορετικά άν (σε κάποιο φανταστικό – και μόνο – σενάριο) οι New Order έκαναν ένα live που θα συμπεριλάμβανε μόνο κομμάτια των Joy Division (wishful thinking). Άλλωστε δηλώνω πολύ ευχαριστημένος από την ερμηνεία των JD τραγουδιών.

Με αυτό το φανταστικό σενάριο στο μυαλό μου αποχώρησα από το event, χωρίς να έχω αποφασίσει αν τελικά άξιζε τα λεφτά και την ταλαιπωρία του γυρισμού.

1.Love Will Tear Us Apart
2.Crystal
3.Regret
4.24 Hours
5.Krafty
6.Working Overtime
7.Transmission
8.Your Silent Face
9.Waiting For The Sirens’ Call
10.Turn
11.Bizarre Love Triangle
12.True Faith
13.Temptation
14.The Perfect Kiss
15.Blue Monday

Encore
16.Ceremony
17.Shadowplay

*photos: neworderonline.com / jackie renshaw

Στο σκοτεινό θάλαμο οι αναμνήσεις, στην φωτοπαθή επιφάνεια οι εκλάμψεις συγκινήσεων….
Αυτή τη φορά, σε αυτή την παρουσίαση, οι συστάσεις για το συγκρότημα δεν είναι απαραίτητες. Ίσως σε αυτή τη διαδικτυακή κοινότητα έχουμε ασχοληθεί λίγο παραπάνω απ’ όσο ίσως θα αναμενόταν με τους Κirlian Camera. Σαν να έχουν γίνει κατά κάποιο τρόπο σταθερά αγαπημένοι ιδίως μετά την κυκλοφορία του Invisible Front 2005, το οποίο και τους τοποθέτησε στην 1η θέση των EW polls για το έτος 2004. Tο Coroner’s Sun, λοιπόν, το πιο πρόσφατο διπλό album των Kirlian Camera παραπέμπει από πλευράς μουσικής αισθητικής στο αμέσως προηγούμενο Invisible Front 2005, το οποίο και σηματοδοτεί μια νέα καθαρότερη, πιο θαρραλέα και πιο συμπαγή ενότητα μουσικής δημιουργίας για το ιταλικό συγκρότημα που σταθερά φέρει στοιχεία της συνθετικής και στιχουργικής παρέμβασης του Angelo Bergamini. Αυτή η παρέμβαση, είναι που κάνει κάθε θεματική δίσκου των Kirlian Camera δύσκολη στην παρουσίασή της.
Kι αυτή τη φόρα, λοιπόν, μέχρι να αναζητήσω λόγους για την επιλογή αποσπασμάτων από το «εκρηκτικό» “Unabomber Manifesto” του Kaczynski, να ανατρέξω στο ‘Fuer Immer” από το Solaris του Tarkowski [a classic science-fiction movie pointing out the spiritual implications of technology]… έρχεται να με προλάβει ο Bergamini με ξεκάθερη απάντηση, “May you understand? That’s research! That’s the world of fine and elegant music…” Κι έπειτα δεν αρνείται να παραδεχτεί τις επιπλοκές της αναζήτησης…αλλά και το συναισθηματικό τίμημα για όσους υπηρετούν τους στόχους της αναζήτησης αυτής.. (those natural born warriors όπως παραδέχεται η Elena) “I guess I’m going a bit under stress, but… I also guess somebody will get a mountain of stress more than mine, soon!!!”…

Ο δίσκος δεν πρόκειται να απογοητεύσει αυτούς που αντιλαμβάνονται ενστικτωδώς το εάν μια δουλειά είναι καλή ή όχι. Πόσο μάλλον αυτούς που πρόκειται, επιπλέον, να μελετήσουν το περιεχόμενό του!

Η δραματική αποστολή ξεκινάει και οι πρώτοι γνώριμοι πάντα πειραματικοί ηλεκτρονικοί ήχοι του “Panic Area” παραπέμπουν στην εισαγωγή του “Mission Diary 1” από το Invisible Front. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ακούγονται ξεκάθαροι στίχοι παρά, sampl-άρονται ακατανόητα ανησυχητικά μηνύματα από κάποιο πομπό “from an abandoned spacecraft”.

To ομώνυμο του δίσκου δεύτερο κομμάτι ξεκινάει με ηχητικές νύξεις από την Ανατολή και προχωράει ρυθμικά στο κυρίως θέμα του, που γεμίζει σταδιακά με ηλεκτρονικές, κοφτές, μελωδικές εναλλαγές και τη φωνή της Fossi. Η αλήθεια είναι πως αυτή η γυναίκα δεν απαγγέλει επακριβώς τους στίχους που προορίζονται για τα κομμάτια, αλλά τί σημασία έχει. Η ίδια είναι ερμηνεύτρια! Εκφράζεται μουσικά χωρίς να επιμένει στις λέξεις αυτές καθαυτές. Γι’ αυτό ταίριαξε στο profile των Kirlian Camera. Καταφέρνει να εναρμονίζει τη δική της συνθετική πρωτοβουλία με την εναγώνια επιθυμία του Bergamini να «σκηνοθετεί τη μουσική του». Κάθε κομμάτι είναι μια εικόνα εν κινήσει… a motion picture….ή καλύτερα… an emotion picture. Πάντως, μια προσεκτική ανάγνωση των στίχων του Coroner’s Sun αποκαλύπτει πώς η κατά τα άλλα αισθησιακή φωνή της Fossi εκτοξεύει μια αιχμηρότατη, άτεγκτη ετυμηγορία για την υπεροψία και τα ψέματα ενός καταραμένου, που καταδικάστηκε σε θάνατο πριν την ολοκλήρωση των εγκλημάτων του.

Τρίτο και έβδομο κομμάτια, “Beauty as a Sin” και “No One Remained” είναι, επίσης, από εκείνα του δίσκου που διακρίνονται για την αλλόκοτη στιχουργική δυναμική τους σε ένα πετυχημένο συνταίριασμα με απόκοσμη μουσική επένδυση, δημιουργία της Elena Fossi. Ιδίως το “Νο one remained” ξεδιπλώνεται αργά αλλά ολοκληρωμένα σε κάθε του ενότητα: από την κολασμένη εισαγωγή με το contrabasso, έως το τέλος με την κλασική, αναπάντεχα μεγαλοπρεπή ορχηστρική κατακλείδα “everything was unspoken, holding up Paradise invisible tones…”

H θεματική ενότητα των Ιllegal Apology Of Crime, Kaczynski Code, Citizen Una (4ου, 5ου και 9ου κομματιών του δίσκου), περικλείει τις ιδεολογικές τοποθετήσεις των KC, όπως παλαιότερα το “Solaris, the last corridor” ενώ οι επιθετικές στιχουργικές νύξεις τους, προειδοποιούν για ενδεχόμενα δεινά… Ο Bergamini επιλέγει αποσπάσματα από το κεφάλαιο “The Future”, από το “Manifesto” του Unabomber Kaczynski: «If the machines are permitted to make all their own decisions, we can’t make any conjectures as to the results, because it is impossible to guess how such machines might behave. We only point out that the fate of the human race would be at the mercy of the machines.[…] Eventually a stage may be reached at which the decisions necessary to keep the system running will be so complex that human beings will be incapable of making them intelligently. At that stage the machines will be in effective control. People won’t be able to just turn the machines off, because they will be so dependent on them that turning them off would amount to suicide.» Οπωσδήποτε, ο σκοπός της παρουσίασης αυτής δεν είναι να σκιαγραφήσει το ‘προφίλ’ του ευφυούς μαθηματικού και διάσημου τρομοκράτη, όμως αντιλαμβάνομαι πως ο Bergamini επιλέγει συνειδητά να δανειστεί κουβέντες του Kaczynski, γνωρίζοντας αρκετά από τα στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του τελευταίου αλλά και σημαδιακά συμβάντα στη ζωή του. Πάντως, εάν το FBI πέρασε από ανάκριση τον Morrissey για τις αντικυβερντικές δηλώσεις του, πώς θα ακούγονταν στα αυτιά των πρακτόρων τα: “we’re trying to carry out a realm of terror …”No human being even dreamt of it.”. he he… for the sake of music…”

H φωνή του Bergamini, ακούγεται σε δύο κομμάτια, μελωδική στο “Beauty as a sin” και αφηγηματική στο “CIA haunted headquarters” . Με την εύθραυστη σχεδόν ψιθυριστή φωνή της, η Fossi απαγγέλει στο “Koma-Menschen” στίχους από το “Der Tat” του Γερμανοεβραίου εξπρεσσιονιστή ποιητή Αlfred Mombert, ενώ στο ίδιο ύφος κινείται και το “Il Cielo prima della fine”. Αυτό το τελευταίο περιλαμβάνεται στον επίλογο του δίσκου “The Day Of Flowers”. Το “the day of flowers” είναι μια ξεχωριστή επεξεργασία και καλοδουλεμένη μουσική επένδυση από την Elena Fossi της ήδη υπάρχουσας στο Invisible Front 2005 στιχουργικής κατάθεσης του Bergamini.
“Sadly
every night I pour wine
in the silver glass you loved
Sadly
once again
I drink your past and close my eyes
sitting near you, empty.
And still I am here
with your smile thrusted in my heart
every night……….”

Στην κάθε λέξη αυτού του κομματιού φαίνεται ν’ αναλογεί και μια μελωδία. Κι αναρωτίεμαι, είναι οι λέξεις στοιχειωμένες ή οι μελωδίες;; Ποιά η αρχή και ποιο το τέλος της περιγραφόμενης κατάρας;;

Το 2ο CD της Limited Digipak Edition περιέχει διασκευές κομματιών από τις δύο τελευταίες κυκλοφορίες των Kirlian Camera. Οι διασκευές αυτές εκφράζουν τις electro-pop προσεγγίσεις των Wumpscut, Punto Omega, Sensory Gate και Hipnosis Italy. Αρκετά ενδιαφέρουσα και αισθησιακή η μουσική τοποθέτηση του Rudy των Wumpscut στο Κ-Pax. Τα Shadowless Doctors και Corpse ID είναι τα δύο bonus tracks που κλείνουν σε experimental ύφος τον δεύτερο δίσκο της κασετίνας του Coroner’s Sun.

Λοιπόν, η δραματική αποστολή για την οποία ανησυχεί κάθε φορά ο Bergamini ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Στο ημερολόγιό του μπορεί να σημειώσει “Up here, in this part of the sky..dimensional space is cancelled….”

Kirlian Camera – Coroner’s Sun

Panic Area / Coroner’s Sun (Official Version) / Beauty As A Sin / Illegal Apology Of Crime / Kaczynski Code / CIA Haunted Headquarters / No One Remained / Koma-Menschen / Citizen Una / The Day Of Flowers (incl. “Il Cielo Prima Della Fine”)

Bonus CD tracklist : Dead Zone In The Sky (Re-Mix By Punto Omega) / Days To Come (Neons In The Rain Re-Mix By Sensory Gate) / Kaczynski Code (Instrumental Edit By Hipnosis Italy) / Days To Come (Substrata Re-Mix By Sensory Gate) / K-Pax (Re-Mix By :Wumpscut / Shadowless Doctors (Instrumental Demo Version) / Corpse ID

Released January 27, 2006 / Trisol

Ευλογημένη μπάντα οι Film…ευτύχησαν από πολύ νωρίς να τύχουν της θερμότατης και δικαιολογημένης υποδοχής από συλλήβδην σχεδόν τον κόσμο της μουσικής κριτικής, ξεκινώντας από τη χαρισματικότητα του πρώτου τους album “>/:No Luggage”, κυρίως όμως την ανάγκη του σχετικού κοινού να προκύψει μια αγγλόφωνη μπάντα που δε θα αρκείτο αποκλειστικά στην κατάθεση των καλών της δημιουργικών προθέσεων, αλλά θα άφηνε γερές υποσχέσεις και για τα μελλούμενα, όπως ακριβώς το έπραξαν προηγουμένως, μεταξύ άλλων, οι Raining Pleasure και οι Closer. Στην πραγμάτωση δε αυτών οι Film διαθέτουν ένα ξεχωριστό ατού…η φωνή της Ελένης Τζαβάρα δύναται να μετακυλήσει το ενδιαφέρον του ακροατή από την ενδεχόμενη συνθετική μετριότητα, στις καθαυτές βοκαλιστικές αρετές, δε χρειάστηκε όμως να καταφύγουν σε αυτό το τέχνασμα συχνά, μια και τα κομμάτια του “>/:No Luggage” δεν παραπλανούν, δε συνιστούν μεταμφιεσμένη κενότητα.. Στα χνάρια της κιθαριστικής alternative dreamy σχολής των Mira, Claire Voyant και Denali, με σαφείς αναφορές σε PJ Harvey και Kristin Hersh (Throwing Muses), ακούστηκαν ιδιαίτερα χάρη στα “Jokulhlaup” και “This Is Not A Lovesong (?)”, το πρώτο με μια παιγνιώδη εκτονωτική διάθεση, το δεύτερο βουτηγμένο σε μια εξομολογητική αισθαντικότητα, ήταν καταδικασμένα να αρέσουν και να αποτελέσουν τους «κράχτες» σε ένα κατά τα άλλα συνολικά αξιολογότατο ντεμπούτο. Περισσότερα “Film – Angel B”