Menu

Μια φορά και έναν καιρό ήταν δυο αδερφάκια, ο Hanzel (Robin Guthrie) και η Gretel (Elizabeth Frazer), των οποίων ο πατέρας ήταν πάμπτωχος ξυλοκόπος, ξεπεσμένος πρώην βασιλιάς κορμός μιας μεγάλης έκτασης δέντρων, την οποία ωστόσο είχε αναγκαστεί να πουλήσει στη νυν σύζυγό του, ιδιοκτήτρια μιας μεγάλης εταιρίας υλοτομίας.
Η συγκεκριμένη γυναίκα έτρεφε άπειρο μίσος για τα δυο μικρά παιδιά, καθώς έβλεπε να αναπτύσσουν αρμονική σχέση με τη φύση,  πράγμα που την ενοχλούσε τόσο, αυτήν τη στρίγγλα, η οποία δεν μπορούσε ν’ αναπνέει καθαρό αέρα, να πίνει γάργαρο τρεχούμενο νερό και να τρέφεται με τα γευστικά φρούτα του δάσους, χωρίς έστω ούτε μια ένεση γονιδίου τυφλοπόντικα, ώστε τα φρούτα να μεγαλώνουν και υπό σκιάν. Αν η μητριά τους (γιατί επρόκειτο για μητριά) υπέφερε αυτά τα μικρά αθώα, το έκανε μόνο και μόνο γιατί ως γνωστόν, για να εισχωρήσει στην αίρεση των σαηεντολόγων, έπρεπε να έχει παιδιά – παιδιά που θα διαιωνίσουν το είδος. Άλλωστε, και στο προγαμιαίο συμβόλαιο που είχε φροντίσει να υπογράψει με τον δύστυχο ξυλοκόπο, οριζόταν ότι σε περίπτωση που θα χώριζαν θα έπαιρνε υπό τη μέριμνά της τα παιδιά.

Όπως και να έχει, μια όμορφη ηλιόλουστη ημέρα, γεμάτη πεταλούδες στον αέρα, μικρά υποβρύχια στο βυθό των ποτηριών και ευφρόσυνης ζέστης, συνέλαβε το ακόλουθο σχέδιο. Θα πήγαιναν όλοι μαζί μια βόλτα στο δάσος – όσο και αν σιχαινόταν τέτοιου είδους βόλτες, χωρίς κανένα σκοπό, προοδευτικής αποψίλωσης ενός έστω εκταρίου δασικής εκτάσεως – και εκεί προφασιζόμενοι μια έκτακτη εργασία ο βασιλιάς σύζυγος και η μητριά μέγαιρα θα εγκατέλειπαν τα παιδιά τους, στο έλεος της χλωρίδας και της πανίδας που η ίδια απεχθανόταν. Το εκμυστηρεύτηκε στο έτερόν της ήμισυ, το οποίο και έπεισε τελικά να συμφωνήσει στο δόλιο σχέδιο της, εκβιάζοντάς το ότι σε αντίθετη περίπτωση θα τα άφηνε να πεθάνουν της πείνας. Μπροστά στους σαηεντολόγους θα ισχυριζόταν ότι τα παιδιά χάθηκαν, και ότι γίνονταν έρευνες να βρεθούν. Εξάλλου, ήδη είχε στο μυαλό της το σχέδιο εξωσωματικής.

Τα παιδιά άκουσαν το μοχθηρό σχέδιο της βασίλισσας και η Γκρέτελ έβαλε τα κλάματα. Ο αδερφός της όμως, που άκουγε το κλάμα της για πρώτη φορά, φρόντισε να την καθησυχάσει. Συγκεκριμένα, βγήκε έξω από το σπίτι και μάζεψε χαλίκια, τα οποία θα βοηθούσαν τα δυο αδέρφια να γυρίσουν σπίτι. Έτσι και έγινε καθώς δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν το δρόμο ακολουθώντας τα χαλίκια, που ο Χάνζελ έριχνε πίσω τους σχηματίζοντας μια σειρά από σημάδια προς το σπίτι. Όταν ο βασιλιάς είδε τα παιδιά πίσω αναστέναξε ανακουφισμένος καθώς πικρά είχε μετανιώσει για την πράξη του. Αντίθετα, η στρίγγλα άφρισε από το κακό της και έγινε μανιασμένη θάλασσα γεμάτη από πετρελαιοκηλίδες, μια άβυσσος βρωμιάς που αιώνες αιθέριων ελαίων θα έπρεπε να διασχίσουν για να φωτίσουν τεχνητά το πρόσωπό της και ν’ αφαιρέσουν τις κυματοειδείς ρυτίδες που έσπαγαν επάνω στο δέρμα της.

Όμως η βασίλισσα δεν ήταν διατεθειμένη να αφήσει τα παιδιά να θριαμβεύσουν. Αντίθετα, δεν πέρασε παρά λίγος καιρός και η βασίλισσα πρότεινε το ίδιο σχέδιο στον Βασιλιά, σχέδιο που φρόντισε να κλειδώσει καλά μαζί με την πόρτα έτσι ώστε να μην μπορέσει ο Χάνζελ να βγει για να μαζέψει χαλίκια. Και πραγματικά ο μικρός Χάνζελ μάταια προσπάθησε να βγει έξω. Την επομένη η οικογένεια λοιπόν πήγε και πάλι βαθιά μέσα στο δάσος, οι γονείς προσποιήθηκαν μια έκτακτη δουλειά, ο Χάνζελ και η Γκρέτελ έμειναν μόνοι, το σκοτάδι έπεσε. Μην έχοντας τι να κάνουν, τα μικρά άρχισαν να περιπλανιούνται. Γι’ αρκετές ημέρες το κλάμα της Γκρέτελ ηχούσε στο δάσος, χωρίς ωστόσο – όπως παρατήρησε ο αδερφός της – να μοιάζει αταίριαστο με το κελάηδημα των πουλιών, το κελάρυσμα του γάργαρου νερού, τις ανάσες των φυλλωσιών των δέντρων, τα μελωδικά άνθη που έντυναν τις νεράιδες, τα ζαχαρωτά δάχτυλα των νυμφών που έπλαθαν τα ξέφωτα, τις φωτεινές αχτίνες του ήλιου. Και αυτό του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.

Καθώς προχωρούσαν βρέθηκαν μπροστά σε ένα σπίτι που ήταν φτιαγμένο από γλυκό ψωμί, με στέγη από παντεσπάνι, στους σωλήνες έρεε μέλι, στα παράθυρα αντανακλούσε κεράσι, από την καμινάδα έβγαινε άχνη. Πεινασμένα καθώς ήταν άρχισαν να μοιράζονται το σπίτι που τόσο γλυκό ξανάβλεπαν, είχαν την αίσθηση τουλάχιστον ότι είχαν κάποτε ξαναδεί. Από τον γλυκύ ουρανό έσταζαν φλέβες λιωμένου βουτύρου, τα πτηνά με τα φτερά τους το άπλωναν επάνω στο μέλι, πραλίνα ρυτίδωνε τους γέρικους κορμούς των αιωνόβιων που με τα κλαδιά τους την έβαφαν στα χείλη τους στέλνοντας φιλιά στα πιτσιρίκια, τραγανά φύλλα από κουβερτούρα πασπάλιζαν το έδαφος το οποίο ο ήλιος πότιζε. Χόρτασαν λοιπόν με μπόλικο ρυάκι, καλλωπίστηκαν με μυρωδικά, εισέπνευσαν το φίλντισι, όταν από το σπίτι εμφανίστηκε μια γριά με ψαρά μαλλιά και δαχτυλίδια από λαβύρινθο. Είχε όψη δαιμονικής μαγείας και ύφος σκληροπυρηνικού σκελετού. Το σαγόνι της προεξείχε σαν κουτάλι για να διευκολύνει να προσαρμόσει την σκληρή ελαστική της μάπα στο υπόλοιπο πρόσωπο. Κάπνιζε ένα τσιμπούκι. ‘Τι θέλετε εδώ; Γιατί μου φάγατε το σπίτι;’. Τα παιδιά της εξήγησαν και αυτή τα κάλεσε μέσα, τα νανούρισε με τον γλυκό βιομηχανικό σκοπό της υλοτομίας και, όταν κοιμήθηκαν φρόντισε να φυλακίσει τον Χάνζελ μέσα σε μια πρόχειρη καλύβα από νικοτίνη ώστε να του κόβεται η ανάσα όποτε θα κακομεταχειριζόταν την αδερφή του, για ν’ απολαμβάνει το κλάμα της. Παράλληλα θα τάιζε τον Χάνζελ τόσο ώστε να παχύνει και να γίνει τροφαντός, νόστιμος. Έπειτα θα τον καταβρόχθιζε.

Το κλάμα της Γκρέτελ ήταν παραδείσιο. Βυζαντινό επιστέγασμα της θείας απόχρωσής του, τρούλος γεμάτος μελωδικά χρώματα, αλάφιασμα αυγής και πουπουλένιος υδράργυρος. Ο ίδιος ο Θεός έμοιαζε να της έχει εμπιστευτεί μια μελωδική ίριδα, καθώς όταν σταματούσε η μικρή Γκρέτελ να χύνει τα δάκρυά της, αμέσως εμφανιζόταν ο ορίζοντας διάστικτος από νότες που διαθλούσαν πια το φως του ήλιου σε αλλόκοσμους ήχους. Πράγμα που η γριά απολάμβανε, καθώς συνδύαζε το όλο θέαμα με το φιλοπαίγμονα σαδισμό της και μερικά κομμάτια εξαίρετου ταμπάκο.

Την ίδια στιγμή που η μικρή Γκρέτελ υπέφερε από τον βιομηχανικό οίστρο της μισάνθρωπου γριάς, ο Χάνζελ έβρισκε παρηγοριά σε μια ηλεκτρική κιθάρα, την οποία συχνά φανταζόταν ως ιπτάμενο χαλί πάνω στο οποίο, αν έβρισκε το σωστό ηχόχρωμα, ώστε να συντονιστεί με τη φωνή της αδερφής του, θα δραπέτευαν από την στρίγγλα. Και είχε γίνει αρκετά καλός, τόσο, ώστε η γριά με το επιχειρηματικό πνεύμα να προσέξει ότι η μελωδία της κιθάρας του έδενε αρμονικά με την απαλή φωνή της Γκρέτελ.

Η γριά εμφανίστηκε μια ημέρα με ένα φτερό γύπα, ένα μελανοδοχείο και μια κόλλα αναφοράς. ‘Αποφάσισα να μη σας καταβροχθίσω, καλά μου παιδιά’, προσποιήθηκε με κροκοδείλια δάκρυα, ‘αλλά σίγουρα θα πρέπει να πληρώσετε κάπως την φιλοξενία που τόσο καιρό σας προσέφερα, πριν σας αφήσω να πάτε στο καλό’.  ‘Τι εννοείς γριά μάγισσα;’, ρώτησε ο Χάνζελ μέσα από το κλουβί νικοτίνης. ‘Δεν θα σας ζητήσω τίποτε τρομακτικό, μην ανησυχείτε. Βλέπετε αυτό το χαρτί αγαπητά μου; Σας ζητώ να υπογράψετε με αυτό το φτερό αφού το έχετε βουτήξει στο vinyl. Θα μπορέσω έτσι να καταγράψω την ίδια στιγμή τη χαρισματική φωνή της μικρής μαζί με τις δικές σου μελωδίες, Χάνζελ, έτσι ώστε να τα προωθήσω στον έξω κόσμο, ώστε να καρπωθώ τα κέρδη!’. ‘Ποια κέρδη εννοείς;’ παρενέβη η αθώα Γκρέτελ, ‘νομίζεις ότι μπορείς να φυλακίσεις το φως που διαθλάται μέσα από τα δάκρυά μου? Σ’ έκανε ποτέ η φωνή μου να ερωτευτείς;’, ψιθύρισε. ‘Χα, χα’, κάγχασε η βλαμμένη γριά, ‘νομίζεις ότι μ’ ενδιαφέρει το φως; Το μόνο που με νοιάζει είναι να στιλβώσω αυτά τα δάκρυα σε χιλιάδες δίσκους από vinyl, να τα προωθήσω στην αγορά, και να γίνω τόσο σκοτεινά πλούσια που οι άνθρωποι θα μ’ έχουν ανάγκη, θα ζητούν από εμένα το φως εκείνο που δεν θα μπορούν να απολαύσουν παρά μόνο μέσα από την τρύπα του vinyl δίσκου! Θα έχουν υποστεί την έκλειψη του φωτός σε τέτοιο σημείο ώστε να εξαρτώνται από εμένα, τη γριά μουσική βιομηχανία!’ ολοκλήρωσε το παράφρον της όραμα.

‘Μα εμείς δεν θέλουμε να πουλάμε κάτι τέτοιο, όπως είναι η αγάπη μας για κάτι, θέλουμε να το μοιραζόμαστε’ αντέταξε ο Χάνζελ. ‘Πολύ ωραία να το μοιράζεστε, σας αφήνω ελεύθερους, όμως εγώ θα έχω αποκρυσταλλώσει τις ικανότητές σας για να τις πουλάω σε όσους το θέλουν. Δεν μ’ ενδιαφέρουν στην πραγματικότητα οι ικανότητές σας, ούτε αν κάποιος τις εκτιμά, μ’ ενδιαφέρουν μόνο τα λεφτά. Θα υπογράψετε το συμβόλαιο λοιπόν? Ανόητοι ιδεαλιστές του γερμανικού ρομαντισμού, μπάσταρδα των Grimm!’.

Εκείνη τη στιγμή η Γκρέτελ έβαλε τα κλάματα τόσο δυνατά που ο καιρός έμοιαζε να σταμάτησε και η ηλεκτρική κιθάρα του Hanzel απογειώθηκε να βρει την ηχώ τους. Και πραγματικά καθώς η μελωδία εξερράγη αρκετά ψηλά στον ουρανό σαν πίδακας γεμάτος παλμό, τα κάγκελα της νικοτίνης έσπασαν και frou-frou αλεπούδες έτρεχαν σε μεσοκαλοκαιριάτικες φωτιές. Η γριά τρόμαξε από τη δύναμη της μουσικής, ο λύκος μέσα από το στήθος της ούρλιαξε και απελευθέρωσε ένα fifty-fifty clown, ο οποίος αμέσως προσκύνησε τα δυο παιδιά. ‘Ω, σας ευχαριστώ που με αποφυλακίσατε από το καταραμένο αυτό κορμί στο οποίο με είχε κλείσει η μητριά σας βασίλισσα για να μπορεί να σας ελέγχει!’, είπε χαμογελώντας με κερασί τρακ. Από το έδαφος άρχισε να ξετυλίγεται το vinyl κουβάρι σχηματίζοντας κύκλους. ‘Ακολουθήστε το!’, τους συμβούλεψε ο clown καθώς τα μάτια του έπαιζαν δημιουργώντας σταλακτίτες από τύχη που έσπαζαν στο χαμόγελό του.

Τα παιδιά ακολούθησαν το κουβάρι τρέχοντας και μαζί τους οι Μούσες τους ξεπροβόδιζαν από το δάσος το οποίο ανάσαινε μουσική χαρούμενο. Καθώς από μακριά είδαν τον πατέρα βασιλιά έτρεξαν στην αγκαλιά του και εκείνος ανακουφισμένος, τους ζήτησε συγγνώμη επαναλαμβάνοντας ότι από εκείνη την ημέρα που χωρίστηκαν δεν του συνέβη τίποτε καλό, αντίθετα η μητριά τους μετέτρεψε το βασίλειό του σε κέντρο του τζόγου, όπου άτομα κατώτατης υποστάθμης εκμεταλλεύονταν τους υπηκόους του και προσπαθούσαν ν’ απαλλοτριώσουν το όμορφο δάσος. ‘΄Όμως όταν καταφέρατε να συνταιριάξετε την μουσική σας, απελευθερώσατε όλη την αρμονική δύναμη του δάσους, με αποτέλεσμα οι βιομηχανικές τους βλέψεις να υποχωρήσουν άτακτα. Έτσι το Las Vegas έγινε και πάλι ο επίγειος παράδεισος που αρχικά ήταν’. Τα ζώα, οι άνθρωποι και τα φυτά ζούσαν πια αρμονικά με τη θεία φωνή της Elizabeth να επιχρυσώνει τα κοιτάσματα ουρανού που εκχύλιζαν από τους Cocteau Twins. Ο παράδεισος της μουσικής δεν χρειαζόταν (και δεν απειλούνταν από) το Las Vegas, που η μουσική βιομηχανία θέλησε να δημιουργήσει για να εκμεταλλεύεται την επιθυμία όσων ήθελαν ν’ απολαύσουν τα μαγικά οράματα των αδερφών. Και έζησαν αυτοί καλά, και ακούσαμε εμείς καλύτερα.

Ήταν όλοι εκεί, έπιναν βότκα, τεκίλα, μπύρες… είχαν πιάσει και ψιλοκουβέντα. Λογικό: Τόσο καιρό είχαν να συναντηθούν. Ο Walker κάτι σιγοψιθυρίζει στο αυτί του Bowie για το ντοκυμαντέρ που ετοιμάζεται προς τιμήν του: “30 century man”, κάνει ένα σχόλιο για την ηλικία του και γελάει μόνος του. Έπειτα ηρεμεί και μουρμουρίζει σκεφτικά, … ασυνάρτητα: ‘What would Jacques think about that?”.
Στον Brel αναφέρεται;; χμμμ… Πρέπει να τα ‘χε τσούξει πριν τη συνάντηση.

Λίγο πιο πέρα ο Cocker έχει βολευτεί στον πορφυρό θρόνο του, μια πολυθρόνα που πρόλαβε πρώτος απ’ όλους, αφού έφτασε πρώτος απ’ όλους. Ακούει τον Almond να του αφηγείται την περιπέτειά του με το δυστύχημα στο Λονδίνο και μπουχτισμένα του ανταπαντάει πως αυτό έγινε το 2004 και πως πρέπει να ξεκολλήσει λίγο από την σκέψη της δυσάρεστης εμπειρίας. Τον προτρέπει να του πεί για τη συμμετοχή του στην τελευταία δουλειά των current 93 και για την τρέλα που κουβαλάει ο Tibet.. Τι προκλητικό πειραχτήρι??!!
Ο Talbot (Joby) περπατάει πάνω-κάτω στο χώρο ανυπόμονα. Ο βηματισμός του πάνω στο πάτωμα είναι εκνευριστικός… «Τί τους έφερε όλους αυτούς εδώ…;;» αναρωτιέται θιγμένος…. Περισσότερα “Divine Comedy – Victory for the Comic Muse”

Ελεγεία για έναν αυτόχειρα

Ο ήχος και ο λόγος υπήρξαν από νωρίς πιστοί συνοδοιπόροι στην ιστορία, προτού η γραφή εισέλθει στο ιστορικό γίγνεσθαι. Γι’ αυτό και οι μουσικές καταβολές της ποίησης μου επιτρέπουν με ποιητική άδεια το ακόλουθο διακειμενικό εγχείρημα με στίχο των Joy Division και ενός Έλληνα ποιητή: “Πνιγόμαστε μες στον παράδεισό μας…, γιατί στο βάθος του πνιγμού ανακαλύπτουμε μια επαλήθευση αιωνιότητας”.

Συνεχίζοντας το διακειμενικό εγχείρημα και παραφράζοντας τον Ελύτη θα έλεγα ότι η μουσική των Joy Division είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, εκεί που ο Ήλιος και ο Άδης αγγίζονται. Μόνο που ο Ελύτης μιλάει συνυποδηλωτικά, ενώ ο Curtis απλά επαληθεύει με τη ζωή του: κάθε τραγούδι αρχή και τέλος, έναρξη και αποχαιρετισμός.

“Νο longer the pleasure” αναφωνεί o Ian Curtis στο Candidate και φαίνεται να έχει βρει το καλύτερο σύνθημα για μία μεταφυσική εξέγερση ενάντια στην αυτοσυντήρηση. Η αυτοχειρία και η αυτοσυντήρηση έχουν κοινό πρώτο συνθετικό, αλλά αγγίζουν τα σύνορα των αντιθέτων. Το παράλογο εδώ είναι ότι παρά την αυτοχειρία του Ian Curtis η μουσική του αυτοσυντηρήθηκε. Ίσως γιατί η αυτοκτονία, αν και βίαιη παρόρμηση, αποτελεί την αναγνώριση κατά τον Καμύ του γελοίου χαρακτήρα της συνήθειας να ζεις και το ανώφελο της καθημερινής οδύνης. Με αυτή την έννοια η αυτοκτονία είναι ένα αντιστάθμισμα στην παράλογη σιωπή του κόσμου.

Η αιτία ή το κίνητρο που προϋποθέτει η αυτοχειρία είναι ακατάληπτο και προφανώς αναπόδραστο. Αυτή που μοιάζει όμως βέβαιη είναι η αυτοκαταστροφικότητα του Curtis που εκδηλωνόταν είτε στους εφηβικούς αυτοτραυματισμούς του είτε στο θαυμασμό για τα νεκρά μουσικά του ινδάλματα είτε στο συμπαγή και κρουστό ήχο του συγκροτήματος.

Η ηθελημένη προσομοίωση θανάτου ίσως θέλγει τους απανταχού νεορομαντικούς και νεοκυματικούς, αλλά το πιο θελκτικό φαίνεται να είναι το ότι συνδυάζεται με την άγρυπνη ευαισθησία ενός ανθρώπου που δίπλωνε στα δάκρυα με την ιστορία του Όσκαρ Ουάιλντ” Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας”. Πιθανόν να είχε μία αίσθηση συναισθηματικής αλληλεγγύης, όταν ο κατ’ευφημισμό ευτυχισμένος πρίγκιπας έλεγε στο χελιδόνι ότι “δεν υπάρχει μεγαλύτερο μυστήριο από τη δυστυχία”.

Το παραμύθι τελειώνει με μια θέση στον κήπο των αγγέλων, στον παράδεισο, για τον ευτυχισμένο πρίγκιπα μετά το γκρέμισμα του αγάλματος. Ο συσχετισμός απλώς υποδηλώνεται και γίνεται προσωπική μου ευχή.




Το βασικό ερώτημα γι’ αυτή τη κυκλοφορία ήταν από την αρχή (από τη πρώτη μέρα που ανακοινώθηκε) το αν και κατά πόσο θά ‘πρεπε να περιμένουμε έναν Manics – like δίσκο, ή κάτι αρκετά εώς πολύ διαφορετικό. Εκ των πραγμάτων η δεύτερη πιθανότητα θα ήταν πολύ μικρή, και τελικά και στην πράξη αυτό που ακούμε από τον James Dean Bradfield δεν είναι κάτι ξένο προς τον ήχο των Manics. Προσωπικά μόνο σαν αρνητικό δεν το βλέπω αυτό και οι λόγοι θα φανούν και στην πορεία αυτής της παρουσίασης.

Με δεδομένο λοιπόν τον δημιουργικό οίστρο των μελών των Manics (μην ξεχνάμε ότι εκτός από τον Bradfield ετοιμάζει solo δίσκο και ο Nicky Wire, ενώ και όλοι μαζί οι Manic Street Preachers έχουν αρχίσει ήδη να προετοιμάζονται για την ηχογράφηση της επόμενης δουλειάς τους), ένα είναι σίγουρο. Φέτος οι fans θα χορτάσουν από “μανιακούς” ήχους και μελωδίες! Περισσότερα “James Dean Bradfield – The Great Western”

Ας υποθέσουμε για ένα λεπτό ότι ζούμε σε κάποια άλλη χώρα, όπου τα πράγματα για τα rock σχήματα πάνε κάπου. Ας πούμε ότι οι Έλληνες οπαδοί των Counting Crows δεν έχουν κάνει το πρώτο τους cd σουβέρ ή ότι δεν είναι ανακατεμένο στην γωνία μαζί με τον Πάριο και τον Λεμπέση. Ας πούμε ότι το ραδιόφωνο δεν παίζει μόνο το “Mister Jones” αλλά ότι το έχει βαρεθεί ο DJ πλέον και βάζει το  “Goodnight Elisabeth”.

Ίσως λοιπόν σε αυτήν την χώρα να υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν όλη την δισκογραφία της μπάντας ακόμα και τα imports από την Ιαπωνία. Αν λοιπόν γνωρίζετε κάποιον από τους κατοίκους αυτής της χώρας τότε θα τον έχετε ήδη δει να πανυγηρίζει. Βλέπετε αυτός ο δίσκος είναι για αυτόν. Για τον πραγματικό φαν και μόνο. Όλοι οι άλλοι προσπεράστε και πηγαίντε κατευθείαν στο ράφι με τα σκυλάδικα. Έτσι και αλλιώς εσείς ζείτε αλλού…

Αντικειμενικά ένας live δίσκος στην καριέρα ενός σχήματος συνήθως σημαίνει είτε έλλειψη υλικού είτε ότι έχουν μια τελευταία υποχρέωση απέναντι στην δισκογραφική τους εταιρία πριν ανανεώσουν το συμβόλαιο τους ή πάνε σε άλλη. Ο συγκεκριμένος δεν σου ξυπνάει το live feeling μέχρι το “Omaha” αλλά και μετά συνεχίζει αρκετά υποτονικά. Προς τιμήν τους δεν περιλαμβάνει το σούπα-χιτ “Mr Jones” κάτι που δείχνει ότι και οι ίδιοι θέλουν να πάνε πέρα από αυτό.

Το αστείο είναι ότι αν έπαιζαν εδώ σίγουρα από κάτω θα υπήρχε ο κλασικός σπαστικός τύπος που θα φώναζε συνέχεια «Μίστεεερ Τζόουνς Ρεεεε» μέχρι να διαλύσει εντελώς τα νεύρα όλων μας. Ο δίσκος δεν είναι από μια συναυλία αλλά μίξη τριών (4-6/2/2003), κάτι που σπάει αρκετά την οποιαδήποτε ενότητα του καθιστώντας το τελικό αποτέλεσμα σχετικά άνισο. Όπως είπαμε και πριν είναι δίσκος καθαρά για φαν και όσο για τους υπόλοιπους του στυλ «Σιγά μωρέ έβγαλαν ένα Mr Jones και κάτι έγινε!» τους λέμε απλά ότι ο τραγουδιστής στο παρελθόν είχε σχέσεις όχι μόνο με την Courtney Cox αλλά και με την Jennifer Aniston.

Counting Crows – New Amsterdam: Live at Amsterdam Music Hall

1. Rain King
2. Richard Manuel Is Dead
3. Catapult
4. Goodnight LA
5. 4 White Stallions
6. Omaha
7. Miami
8. Hazy
9. Good Time
10. St Robinson In His Cadillac Dream
11. Perfect Blue Buildings
12. Hanginaround
13. Goodnight Elisabeth
14. Hard Candy
15. Holiday In Spain
16. Mr Jones

Counting Crows Official Site

6 / 10

Μήνες τώρα διάβαζα σχεδόν παντού διθυραμβικά early reviews για τη νέα κυκλοφορία των Pet Shop Boys. Και δεν το κρύβω ότι παρ’όλες τις επιφυλάξεις μου είχα κι εγώ αφεθεί στην αγκαλιά του ενθουσιασμού. Άλλωστε κι εγώ ως μεγάλος fan του Neil και του Chris, περίμενα χρόνια τώρα μια “απάντηση” στην προηγούμενη κίνησή τους (Release) πού περισσότερο τους είχε “εγκλωβίσει” παρά “ελευθερώσει” – μουσικά πάντα.
Οχι, όχι, προς Θεού. Δεν καταδικάζω σε καμία περίπτωση το “Release”. Οπως και νά’χει όμως ποτέ δεν μπόρεσα να το αγαπήσω ιδιαίτερα, τουλάχιστον όχι τόσο ώστε να το κατατάξω εκεί ψηλά, μαζί με τις πολύ αγαπημένες μου PSB κυκλοφορίες.

Και να που τελικά, μια σχετική επιβεβαίωση στα περί εγκλωβισμού ήρθε να με “χτυπήσει” από τις πρώτες στιγμές στην ακρόαση του “Fundamental”. Τα ερωτήματα λοιπόν είναι πολλά, και κάποια από αυτά μάλλον παραμένουν αναπάντητα. Η στροφή των PSB – στο “Release” – σε έναν ήχο πιο χαλαρό, πιο “μπαλαντοειδές” και για πολλούς πιο …πεθαμένο, ήταν συνειδητή, ή αποτέλεσε κλασσικό παράδειγμα έλλειψης έμπνευσης και δημιουργικής στειρότητας; Ήταν απλά μια προσχεδιασμένη παρένθεση; Ή η αρχή μιας νέα πορείας; Και άλλα πολλά. Περισσότερα “Pet Shop Boys – Fundamental”