Το ταξίδι : όπου οι ταξιδιώτες καθορίζουν οι ίδιοι την πορεία τους
Αφού τους μίλησαν για δέκα περίπου λεπτά, αφήνοντας την αιώρα, τους αμόλησαν στο πέλαγος όπου τα σκάφανδρα των εχθρικών στρατευμάτων είχαν αναδυθεί για να τους συνοδεύσουν στο δάσος. Η πράσινη θάλασσα που γεμάτη από την αναλφάβητη αλμύρα σχημάτιζε αδιόρατες εκφράσεις στα πλάγια του καραβιού έμπλεκε τον ήλιο αποπροσανατολίζοντάς τον, πότε σπρώχνοντας τους πίσω του, πότε αναγκάζοντάς τον να τους ακολουθεί, πότε φέρνοντάς τον ακριβώς από πάνω τους. Ήταν δεκατέσσερα άτομα και κατευθύνονταν στον ωκεανό ρίχνοντας κουβάδες νερό επάνω στους φακούς που είχαν προσαρμόσει αντί για πανιά οι προπάτορες, ώστε να μην ανάψει κάποια φωτιά που θα τους στοίχιζε κάμποσες ημέρες κολύμβηση. Οι φακοί συγκέντρωναν το φως του ήλιου και, διαθλώντας το ο ένας μέσω του άλλου, δημιουργούσαν ένα δίχτυ από ακτίνες που ευθυγράμμιζαν την πορεία τους και τους παγίδευαν στο αραχνοειδές αυτό ταξίδι. Ο ίδιος ήλιος άλλοτε στεκόταν σύμμαχος και άλλοτε εχθρός καθώς η παραμικρή απόκλιση από την πορεία και την κλεψύδρα ήταν δυνατό να αναπροσαρμόσει το ηλιακό δίχτυ σε ένα καινούριο σχήμα, κάτι που αν γινόταν επανειλημμένα θα εκνεύριζε τους νοητούς διώκτες που είχαν την εντολή, αν διαπίστωναν ότι παραμελούν επίτηδες το καθήκον τους να τους σκοτώσουν και να γυρίσουν πίσω στην ακτή ζητώντας καινούριους ποντοπόρους.
Τα αληθινά προβλήματα εμφανίζονταν τις νύχτες με την κρέμα ομίχλη που έπεφτε και ανάγκαζε να τυλίγουν τα κορμιά τους με βαμβάκι λίγο πριν πέσει ο ήλιος ώστε ανάβοντας μια φωτιά επάνω του, ο καθένας με ξεχωριστή σειρά, να προκαλεί εγκαύματα στο σώμα του και με τον τρόπο αυτό να ζωγραφίζει τον ‘χάρτη’ επάνω σ’ αυτό. Στη νύχτα δεν υπήρχε τρόπος να δεις το μέγεθος των τραυμάτων και γι’ αυτό εμφανιζόταν συχνά ολόιδιος ο Πόνος και ζητούσε να τον κατανοήσουν, ότι δεν έφταιγε ο ίδιος αλλά η γραφειοκρατία που τον ανάγκαζε να γίνει Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και να υποδιαιρεθεί σε τόσα κομμάτια όσα το ημερολόγιο καταστρώματος που φανέρωνε τη φιλοδοξία της. Δεν ήταν ό,τι πιο ευχάριστο να τον αντικρίζεις, το πρόσωπό του ήταν σκαμμένο από την μεγάλη χρήση, είχε αλλοιωθεί από τις σφραγίδες που του αναγνώριζαν την υπαρξιακή υπηκοότητα, ενώ το βλέμμα του τρεμόπαιζε σαν να κατεδαφίζεται μέσα στα ίδια του τα μάτια. Το πλαδαρό δέρμα το δικαιολόγησε λέγοντας ότι οι απότομες αυξομειώσεις βάρους τον εμπόδιζαν να προσαρμοστεί στο τεχνοκρατικό ωράριο και αναγκαζόταν συχνά να μένει αρκετά κοντά στους εργοδότες του που τον έτρεφαν.
Επειδή οι ουλές που άφηναν τα χνώτα του όταν μιλούσε ήταν επώδυνες για το άτομο που είχε υποστεί τα εγκαύματα φρόντιζε να στρέφεται προς την ανατολή και να μονολογεί δημιουργώντας ωστόσο νωπές λωρίδες σύννεφων που καθυστερούσαν τον πρωινό ήλιο. Απ’ ό,τι αντιλήφθηκαν οι ταξιδιώτες, οι συνοδοί τους δεν τον καταλάβαιναν. Όταν χάραζε εμφανίζονταν τα εγκαύματα αυτού που την προηγούμενη είχε υποστεί το επώδυνο φιλτράρισμα του ήλιου μέσα από του φακούς και το οδυνηρό θέαμα του σώματός του έριχνε τον ίσκιο του στο μεθυσμένο κατάστρωμα που το υποδεχόταν νοτισμένο με μαυροδάφνη, μήπως κατορθώσει και απαλείψει τον πόνο. Οι υπόλοιποι έπαιρναν τις θέσεις και καθώς οι πρώτες ακτίνες διυλίζονταν κλείνανε το ένα μάτι ώστε να τους ταιριάζει το μονόκλ που αντιστοιχούσε στον αμφιβληστροειδή του καθενός.
Βέβαια το να μένει με το ένα μάτι ανοιχτό για τόση ώρα δεν ευχαριστούσε κανέναν, όμως καθώς δεν είχαν άλλη λύση, φροντίζανε να ρίχνουν σταγόνες αψέντι πάνω του ώστε να συνθέτει το φως σε μια πιο μαλακή υφή. Ένας αντίκριζε το γενικό σχήμα που δημιουργούσε η αντανάκλαση και έδινε οδηγίες στον τιμονιέρη που ακολουθούσε με τη βοήθεια ενός περιστεριού τον δρόμο προς τη στεριά. Δεν γνώριζαν καθόλου πώς ήταν το Δάσος μια και κανείς δεν είχε επιστρέψει από εκεί για να το περιγράψει, πολύ δε περισσότερο δεν γνώριζαν τίποτε για το τέρας που κατοικούσε ανάμεσα στα δέντρα του. Τους είχαν πληροφορήσει ότι αν ακολουθούσαν σωστά τις ακτογραμμές του μεγάλου αστεριού θα φτάνανε το πολύ σε δέκα ημέρες, με κάποιες μικρές λοξοδρομήσεις.
Την θερμή ατμόσφαιρα αντιλαμβανόταν κανείς στο κεντρικό κατάρτι που το αποτελούσε ένα τεράστιο θερμόμετρο ζυγισμένο με ένα βαρομετρικό χαμηλό και μια υποψία ουράνιου τόξου όποτε τύχαινε κάποιο θαλασσοπούλι να φτερουγίζει νερό στη επιφάνειά του. Καθώς ο Nathaniel αντιλήφθηκε ότι από την κορυφή του ίσως να φαινόταν αχνά κάποιο κομμάτι σάρκας δοκίμασε να σκαρφαλώσει ως εκεί αλλά σε ένα σεβαστό ύψος τον χτύπησε μια δίνη από θερμά ρεύματα και τον ανάγκασε να επανέλθει κάθιδρος και τρέμοντας από τον πυρετό. Χρειάστηκε να μεταφερθεί στο υπόγειο όπου και ξάπλωσε ως που να συνέλθει ενώ οι συνοδοί γελούσαν προφανώς γιατί ό,τι είχε προηγηθεί το είχαν ξαναζήσει με άλλους πρωταγωνιστές. Το κατάρτι δέσποζε απειλητικό ενώ από το σημείο που έπεσε ο Nathaniel ανάβλυζε αίμα που έφτανε ως το κατάστρωμα. Αναγκάστηκαν να τυλίξουν στη βάση του μια πελώρια προβιά κενταύρου με την οποία, όταν σταμάτησε η αιμορραγία, σκεπάσανε τον Nathaniel για να θρέψει το λιπόσαρκο σώμα του. Τα χέρια του έσκαβαν μέσα στο παραλήρημα το ίδιο του το δέρμα, όμως το θερμόμετρο μάτωνε. Απ’ αυτό συμπέραναν ότι ίσως η κνίδωση που είχε καταλάβει το σώμα του να ήταν το μοναδικό αντίδοτο για τα εγκαύματα. Και πραγματικά πριν περάσουν λίγες ώρες, εκείνος εμφανίστηκε στο κατάστρωμα απαλλαγμένος από το απαίσιο περίβλημα των εγκαυμάτων.
Οι φρουροί ραντισμένοι με δηλητήριο και ακουμπώντας τους αγκώνες τους επάνω στην επιφάνεια της θάλασσας τους παρατηρούσαν χαμογελώντας. Αχειροποίητοι, καθένας ένα πλάσμα και είδος από μόνος του που θα τους συνόδευε ως το μικρό λιμάνι και έπειτα θα γίνονταν είδος υπό προστασία ή συνδικαλιστές δημοσίων οργανισμών που είχαν κηρυχθεί διατηρητέοι. Ανά πάσα στιγμή θυσίαζαν το γκροτέσκο που είχαν λάβει ως ανταμοιβή για τη φλόγα που άναβαν μέσα τους τα κάρβουνα με τα οποία τρέφονταν ως επικεφαλής της καιγόμενης βάτου, την οποία εκπροσωπούσαν. Νοικιάσανε τη φθορά σε τιμή ευκαιρίας και τους την προσφέρανε σε ένα παλιό φιλμ από ροδόσταμο, όμως είχαν εθιστεί στη σκουριά την οποία καλαφάτιζαν για να προσαρμόζονται στις μακρινές επιφάνειες της υγρής ερήμου.
Και έτσι προχωρούσαν όταν ένα δυνατό βράδυ γεμάτο drum βροχή ανακάλυψαν ότι τους έβλεπαν από παντού όπου δεν είχαν πάψει ν’ αγρυπνούν. Υπήρχε μια μηρυκαστική σιγή που αναμασούσε βαριά τα σύννεφα επάνω τους καθώς ανεβοκατέβαιναν θέλοντας να γειώσουν την υπομονή. Και όλοι περιμένανε να βρέξει ασυνείδητα, όπως καλπάζουν οι οπλές. Τότε δεν είχαν δει ότι η φυλλοβόλος σιμή μύτη του Θεού έσταζε επάνω τους
κρούστες από μετάξι, σκεπάζοντας τους με τα δάκρυά Του, τότε δεν είχαν ακόμη την αίσθηση ότι είχαν σωθεί. Αλλά ένας κρουνός από άλικο χυνόταν στα μάτια τους με την τρυφή του ορίζοντα ως μακρινή και τα λεπτά του δέρματα μακριά από τα κορμιά τους.
Μόνο ο άνεμος ξεκούραζε τα σκέλια των μακρινών σειρών από γρανίτη, φυσώντας μέσα τους διακόσια χρόνια πριν μήπως τις μετατρέψει σε ρινικό αποσυμφορητικό εκνέφωμα για να ανακουφίσει την μύτη Του. Όμως ήταν σαν να έβγαιναν τα πρώτα αστέρια όταν υπόκωφο εδόθη λάκτισμα από τα κύματα και έβρεχε Θεό και οι αστραπές εξέτρεπαν από τη ροή την αίσθηση που θα τους χορηγούσε μια χρήση ενδοφλέβια. Από εκεί, μες στη βροχή των όντων, αγωνίστηκαν σαν την αυγή να ανατείλουν τις εισπνοές τους σαν πηλό και να τις φέρουν μπροστά στο στόμα φυσώντας τα γυαλιά. Παρήγαν ένα κιτρινωπό αδένα από καθρέφτη, μια ύπουλη διαύγεια μες από κεραυνούς χείμαρρους που έμοιαζαν ιπτάμενοι ακέραιοι και έσπαγαν επάνω στο θερμόμετρο, με τη δίνη δεκαδικού εκκένωναν το σώμα του Nathaniel από τα λήμματα του ήλιου. Μα το καράβι προχωρούσε αφήνοντας πίσω του στάχτη όπως όταν ο ωκεανός συναντά τον διάβολο στο ρέμα του τροπαιοφόρου και αναγκάζεται να χυθεί στο κενό με ένα κοντάρι γέφυρα και το μοχθηρό καμένο πίσω του. ‘Σύνελθε,, φώναζαν στον Nathaniel, ‘χτες μόλις έφτασε το αύριο πίσω πάλι από το φίδι που τρώει την ουρά του για να σε γιατρέψει’ και ξύπνησε δυο μέρες μεγαλύτερος απ’ ό,τι ήταν και με το χάρισμα να ζει τα προχθεσινά σαν να συνέβαιναν όποτε του ζητούσαν να πλησιάσει πιο κοντά το μέλλον, είχε μέλη από γυαλί και δεν μπορούσε να κοιτάζει παρά μόνο εκεί όπου δεν άγγιζε ο ήλιος.
Προχωρούσαν αφήνοντας πίσω τους το φερμουάρ από αφρό, βγάζοντας σιγά το vintage ύφασμα του ατέλειωτου βυθού και ανακαλύπτοντας στο βάθος πόσο πολύ οι αιώνες είχαν ταιριάξει επάνω του με την αμμώδη τους επένδυση. Σαν να ετοιμάζονταν για την πολυεστέρα ακτή που επεφύλασσαν οι μεγάλες καμπύλες τσέπες του διαβήτη ήλιου άρχισαν να περνάνε από μικρά ερημονήσια ναφθαλίνης και με το μέτωπό τους βουτηγμένο στην προ πλύση να φλέγονται από το ιώδιο. Μα ήταν μια θυσία μόνο, τίποτε παραπάνω από λίγη χλωρίνη και στα χέρια εμφανίζονταν καινούρια σχήματα – there is a light that NEVER goes out – ζωγραφικές από το παρελθόν. Είπαν, ότι όσο περισσότερα σχήματα εμφανίζονταν στο κορμί, τόσοι οι ανεκπλήρωτοι έρωτές τους.
Μα αυτά τα τατουάζ δεν έμοιαζαν μόνο ως προς την ξεβαμμένη τους προέλευση, πολύ περισσότερο εισχωρούσε η αγάπη στο δέρμα, αναπόδραστη της μνήμης και καταλυτική αλυκή του απτού. Θυμάται ακόμη ένα τατουάζ που εμφανίστηκε στο χέρι της : Κοιμόταν όταν έγινε, απείχε να το δει, γι’ αυτό πάντα σημάδευε τους γύρω. Το ακρόπρωρο χαλκευμένο στη στητή του κορμοστασιά ύψωνε το χέρι του προς το φιτίλι, το φιτίλι μόλις που προλάβαινε να του ξεφύγει προς τη δύση, η δύση έπεφτε με ορμή στα περαστικά κύματα, τα κύματα τραβούσαν μια ευθεία από μπαρούτι και εκτινασσόταν ο ορίζοντας αλλάζοντας την ημέρα με τη νύχτα. Μπαρουτοκαπνισμένα πέταγαν συχνά από αόρατα μπαλκόνια τα δελφίνια τραβώντας με ορμή πάλι προς το μέρος τους το παραπέτασμα για να έρθει η αυγή φορώντας πέδιλα με βαμβακερά καλσόν από πλημμύρα. Το φως αυτό που τους προστάτευε από το φως γεννιόταν.
Όταν το σχήμα είχε πάρει την τελική του όψη, όταν πια είχαν διανύσει το θύσανο που φλέγεται, τότε νιώσανε από μακριά τη στεριά που τους περίμενε. Τεράστιο οδοντωτό καπάκι, το νησί περιτριγυριζόταν από ανθρακικό gazer, σαν να περίμενε το τιρμπουσόν από ανθρώπινη σάρκα να το απαλλάξει από τη βλάστηση που είχε γίνει πρόζα. Το δάσος ήταν μια βασίλισσα από διαμάντια που γαλάζια σκοτείνιαζαν στο στήθος της,
έπειτα κυλούσαν στο κορμί της και ξυπνούσε γαλαζοαίματη.
Στο Νησί : όπου ψάχνει για το Τέρας του έρωτα, για ν’ ανακαλύψει ότι: έχει την μορφή της, ότι οι αναμνήσεις γίνονται δεσμά, ότι οι καρδιές τους πάλλονται στην ίδια συχνότητα (again and again), ότι ο Έρωτας είναι κανίβαλος. Όπου όταν την βρίσκει ανακαλύπτει ότι το Κτήνος έχει πάρει πια την δική του όψη και περιμένει να καταβροχθίσει την επόμενη κοπέλα που θα ερωτευτεί.
‘Πού με γνωρίζεις:’ του είπε ξαφνικά καθώς αγγίζανε τα χείλη τους μ’ εκείνα του λιμανιού. Είναι άγνωστοι πια, αν και τη θυμάται, αυτή δείχνει να τον έχει ξεχάσει, τόσους σκελετούς μαζί και όμως μέσα της δεν σηκώνεται ούτ’ ένα ίχνος από βήματα. Και προχωρά χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι το δέρμα της ξηλώνεται αν και της φωνάζει, εγκαύματα μακριά πια με τα νερά ως το γόνατο.
…
(Αυτός) : Δεν έχει καλή σχέση με τη λογική, όταν είναι μαζί μιλάνε ψιθυριστά μόνο για να μην ξυπνήσει. Αποκλείει μεθοδικά όλες τις πιθανότητες μέχρι να φτάσει στη στιγμή που γεννήθηκε. Μέσα σ’ αυτό το δάσος είναι εύκολο να σε ανακαλύψουν. Αν και όλοι χωριστήκανε για να βρουν το μυθικό τέρας και να το ξεκοιλιάσουν. Θυμάται κάποιον που διάβασε τον Ντόριαν Γκρέη και μόλις έκλεισε το βιβλίο είχε γεράσει. Αναρωτιέται αν το τέρας είχε την ευκαιρία να ερωτευτεί. Άλλωστε τι είναι ο έρωτας: Συχνά ο έρωτας δεν είναι παρά ν’ αγκαλιάζεις κάποιον έστω και αν δεν το μάθει κανείς – πολύ περισσότερο αυτός που αγκάλιασες. Συχνότερα έρωτας είναι να λες σε κάποιον ότι τον αγαπάς χωρίς να το μάθει κανείς – πολύ περισσότερο εσύ. Φοβάται μήπως το τέρας είναι ερωτευμένο, φοβάται μήπως τον περιμένει με υπομονή θέλοντας να τον ακούσει να του λέγει πως το αγαπά. Ποιος θα το μάθει έξω από τους δυο τους: Και όμως γιατί να διστάσει να του υποσχεθεί κάτι που δεν στοιχίζει παρά έναν κανίβαλο δαίδαλο ώστε να του πολλαπλασιάσει την επιθυμία ν’ αγαπήσει – έστω χωρίς να γνωρίσει κανέναν: : ο έρωτας και το τέρας.
Κρατιέται δειλά από το δέρμα της Αριάδνης για να την ξαναβρεί στην Έξοδο, παρατηρώντας τις μικρές δεσμίδες φωτός που λευκαίνουν τις ράχες των πυκνών δεντροστοιχιών. Στοίχημα ότι, όταν ανοίξει μια πληγή, το θηρίο σε βρίσκει ευκολότερα, μα πάντα έτσι δεν γίνεται: Στοίχημα πια ότι εκείνοι που είναι κοντά σου έχουν γίνει ήδη βορά της διαίσθησης. Στριφογυρίζουν άλλοι γύρω: Δεν θα ήταν λογικό να βρεθεί κάποια στιγμή μαζί τους: Περπατά μέσα στο σκοτάδι όπου τα απαραίτητα σε κάνουν να ξεχνάς προς τα πού είναι η ανατολή και ο βορράς, χρειάζεται άραγε όταν συγκρούονται οι προσωπικότητές σας:
Κοιτάζει τα δάχτυλά του, αυτά που πίστευε ότι θα τον βοηθούσαν να δείξει προς το μέρος του κτήνους και βλέπει ότι έχουν γίνει δολώματα, από τις άκρες τους κρέμονται σκουλήκια από μετάξι, βουτά τα χέρια στο νερό και έχει γεννήσει δυο πεταλούδες στη θέση τους. Είναι τώρα που μόνο άνθη αγγίζει.
(συνεχίζεται…)


