Menu

Στην αρχή δεν κατάλαβε κανείς.  Έπεφτε σαν σκοτάδι νύχτας που βιαζόταν.  Κάθε φορά έκλεβε κι ένα λεπτό.  Και ξαφνικά συνειδητοποίησες τη νύχτα μα ήταν ήδη εδώ. Είχε καλύψει ό,τι όμορφο υπήρχε, ένα σκοτάδι που δε θυμίζει κανένα σαγηνευτικό και μυστηριακό φόντο στα πλαίσια καμίας φανταστικής ή ρεαλιστικής λογοτεχνίας.  Το κακό είναι εδώ.  Μας κατοίκησε.  Απλώθηκε σαν ταπετσαρία στους τοίχους των σπιτιών μας, στο περίβλημα της ψυχής μας και ξέρανε τα λουλούδια στις γλάστρες μας.  Όλα τα ιδανικά κρεμάστηκαν κι ήταν πολύ πρωί, δεν είχε βγει ο ήλιος εκείνη τη μέρα, δεν τα είδε κανείς που χάθηκαν.  Ο άνθρωπος έγινε πιο αναλώσιμος κι από το χαρτί τουαλέτας.  Σε κάθε θάνατο παιδιού χιλιάδες χαμομήλια αρνούνταν ν’ ανθήσουν.  Η φύση ξέρει να πενθεί.  Ο άνθρωπος ξεχνάει γρήγορα γιατί υπάρχει ακόμη ένα lifestyle που τον θέλει να επιδεικνύει την ευτυχία του με ξεχασμένα υλικά αγαθά, κερδισμένα με χίλιους δυο (προ κρίσης) τρόπους και τα επιδεικνύει όπως μια γριά πόρνη τα κοσμήματα της.

Ο άνθρωπος ποστάρει τη θλίψη του ξεχνώντας να τη βιώσει.  Αν την βίωνε θα θυμόταν πως το μεγαλύτερο ανθρώπινο προσόν είναι η επαναστατικότητα. Μα αυτός έχει πάψει να επαναστατεί για την υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής κι αξιοπρέπειας.  Για την υπεράσπιση ενός κάποιου αναγκαίου ανθρώπινου δικαιώματος.  Ενάντια σε κάποια αδικία, την κάθε αδικία που χαρακτηρίζει ένα παράλογο, διεφθαρμένο, σχιζοφρενικό κι απάνθρωπο κοινωνικό σύστημα.  Επαναστατεί μόνο σε κάτι γήπεδα ανομώντας -οξύμωρα- λόγω ομάδας, παρανομώντας για να μην περάσουν κάτι αντικαπνιστικά μέτρα κι ενσωματώνεται μέσα σε  κάτι φασιστικές ομάδες γιατί τον έχει υπνωτίσει το μάτριξ του συστήματος και το κάθε μάτριξ όπου συμβιβάστηκε και υπνωτίστηκε μέσα του για να ζει.  Δε φτύνει τον εαυτό του κάθε βράδυ στον καθρέφτη επειδή μένει στη χαρά να θέλει να πιστεύει ότι αυτός την έχει βγάλει καθαρή γιατί του έτυχε να έχει γονείς – πάροχους, ούτε καν δηλαδή από δική του υπαιτιότητα.

Έτσι, ούτε καν μια μικρή ενοχή δεν πηγαίνει για ύπνο μαζί του ώστε το πρωί να ξυπνά λίγο χλωμός από την διακριτική παρουσία της ως φάντασμα.  Επιβεβαιώνοντας το πείραμα της μαϊμούς με την μπανάνα κάθεται να τις φάει ενώ πια δεν υπάρχει μπανάνα να κλέψει κι άρα δεν υπάρχει λόγος να τιμωρηθεί.  Έτσι έμαθε.  Το dna του μυαλού του δεν λειτούργησε εξελικτικά αλλά μιμητικά και στείρα. Τι να δημιουργήσει όταν περιμένει στην ουρά της ζωής δίχως απαίτηση και διεκδίκηση καμία των δικαιωμάτων του πάνω σ’ αυτή τη γη;  Ο χαρακτηρισμός πρόβατο είναι επιεικής κι ανεπαρκής γιατί τα πρόβατα μέσα στο πλαίσιο της φύσης είναι κι έξυπνα κι αληθινά ως προς -ακριβώς- τον ορισμό της φύση τους.  Αρνείται το ηρωικό, το διαφορετικό, το ανήθικο -σύμφωνα με την τρέχουσα ηθική- γιατί φαντασιώνεται, ακόμη, ότι το παρόν σύστημα θα του εξασφαλίσει εξουσίες μεταφρασμένες σε χρήμα και δύναμη που δεν ανήκει στους φτωχούς.  Γιατί οι φτωχοί γίνονται ολοένα και περισσότεροι κι ο ίδιος βιάζεται πολύ να περάσει στην αντίπερα όχθη θεωρώντας για ωραιότερο να λυπάσαι τους φτωχούς και να βοηθάς -και καλά- αλλά πάντα αναίμακτα κι από μακριά.  Δίχως να λερωθούν καν οι ρόδες του αυτοκινήτου τους από τις λάσπες.

Θέλεις να δείχνεις ενδιαφέρον για τους φτωχούς όμως στην ουσία τους σιχαίνεσαι.  Τους σιχαίνεσαι πολύ κι απομακρυνόμενος φτύνεις τον κόρφο σου.  Μιλάμε για τέτοιο ζωώδες συναίσθημα να ζεις μαζί.  Μιλάμε για τέτοια εμετική αυτοθυσία. Κάπου εδώ νιώθεις την ανάγκη ν’ αποκοιμηθείς αποκαρδιωμένος και γδαρμένος από κάθε τι αθώο -ξέχασες την ομορφιά της αθωότητας νωρίς- κλαμένος που τους καιρούς αυτούς, του παράξενου σκοταδιού, δε γνωρίζεις τον τρόπο να μπορείς να ξεχωρίσεις την αλήθεια από το ψέμα και γιατί κάπου ενδιάμεσα ακόμη ψάχνεις κάτι υψηλό μέσα στο ταπεινό σου υπαρξιακό περίβλημα. Αγγίζεις ένα βιβλίο -κι ας μην το διαβάσεις- θέλοντας να θυμηθείς μια ομορφιά και κλαις ενθυμούμενος την παιδική ορμή σου και το βιβλίο που γι αυτό έγραψες την πρώτη εργασία στο σχολείο κι ένιωσες αληθινή τη ζωή με φως που δε νυχτώνει από νωρίς, «ζητείται ελπίς» ο τίτλος.  Μα τότε άνθιζαν ακόμη όλα τα χαμομήλια ακόμη και τα πιο αδύναμα απ’ το κρύο του βοριά, η γη κινούνταν απαλά, σχεδόν μαγικά κάτω απ’ τα πόδια σου γιατί τα άκρα σου και η «ταχύπαλμη» καρδιά σου ήταν ακόμη παιδικά κι εσύ ο πιο υπέροχος κάτοικος αυτού του πλανήτη.  Και δε γνώριζες τίποτε άλλο πέρα απ’ τον πλούτο που σου πρόσφερε το παιχνίδι μαζί με άλλα παιδιά, τα δυνατά γέλια και τα γδαρμένα σας γόνατα.  Το «ζητείται ελπίς» για εμάς είχε γραφτεί κι εμείς νιώθαμε -δικαιωματικά- σαν την μεγαλύτερη ελπίδα όλου του κόσμου.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *