Menu

Τις νύχτες συνήθιζα να περπατάω κοιτάζοντας τ’ αστέρια.

Σκόνταφτα στο δρόμο, έπεφτα σε λακκούβες γεμάτες νερό όμως πάντα κοιτούσα τ’ αστέρια. Τι σημασία είχε που τα παπούτσια μου ήταν βρεγμένα και λασπωμένα, τα μάτια μου άγγιζαν τον ουρανό. Δεν είχε και τόση σημασία που βρισκόμουν αλλά που έφτανε το βλέμμα μου. Όλες οι διαδρομές της ζωής μου έχουν κατά κάποιο τρόπο καταχωρηθεί μέσα μου σαν διαδρομές πάνω στη γη, μου ανήκουν έτσι η Αφρική, η Ασία, η Ωκεανία, η Ανταρκτική. Την Ευρώπη την έχασα σε μια λογομαχία, την Αμερική δεν την ανακάλυψα ποτέ. Έτσι απλά εναρμονίζομαι με τον περιβάλλοντα χώρο, την φύση και γίνομαι κισσός που απλώνει, εν ολίγοις γίνομαι φυσική κι απεριόριστη.

Κι έτσι δεν με πληγώνουν όλα τα μικρά ή και κάποια μεγάλα, τα πολύ μικρά, τα μικρόψυχα και τ’ ανθρώπινα εφόσον κατά κάποιο τρόπο τρέφομαι από τον άνεμο, γίνομαι γλάρος ή βρικόλακας, φύλακας, ενίοτε άγγελος και κυβερνήτης διαστημοπλοίου. Ό,τι θέλω είμαι κι ό,τι θέλω θα με πειράζει κι όχι ό,τι θα περιμένατε εσείς πως θα με πείραζε. Έτσι βέβαια μικραίνει η επιρροή σας επάνω μου και γι αυτό νιώθετε άβολα, εγώ πάλι νιώθω μια χαρά.

Μάλλον ξέφυγα από το θέμα όμως γιατί αρχικά ήθελα να σας μιλήσω για την αγάπη, για μια μικρή ιστορία αγάπης. Χαμένοι σε μια μεγαλούπολη, εκατομμύρια άνθρωποι κι εσύ ξεχωρίζεις ένα ζευγάρι μάτια να κοιτούν τον ουρανό, κάπου λίγο πιο πάνω από τον δεξί σου ώμο, ενώ προσπαθείς να περάσεις μια διάβαση πεζών. Τόσα πολλά μάτια ολόγυρα όμως αυτό το συγκεκριμένο βλέμμα σε κάνει να σκεφτείς, να προσπαθήσεις να καταλάβεις γιατί κοιτάζει κι αυτό τον ουρανό. Αυτό συμβαίνει βέβαια μερικές μόνο στιγμές μετά γιατί κοιτώντας και οι δύο τον ουρανό έχετε πέσει ο ένας πάνω στον άλλο κι έχετε κουτουλήσει – μ’ άσχημο τρόπο – τα κεφάλια σας. Οπότε κάποιες εξηγήσεις κρίνεται αν όχι απαραίτητο, ευγενές, να δοθούν.

Μετά από λίγη ώρα αμήχανης αλλά και χαριτωμένης μαζί επεξηγηματικής συζήτησης κάποιες αλήθειες έχουν ειπωθεί, κάποιες άλλες όχι, ένα μυστήριο ίπταται απαλά στην ατμόσφαιρα (το μυρίζω – ναι έχω πια βεβαιωθεί ότι το μυστήριο έχει άρωμα), μια πολύ γλυκιά μεσημεριανή ευδαιμονία έχει προκαλέσει ένα μούδιασμα σ’ ολόκληρη τη σπονδυλική στήλη, υπάρχει ισορροπία στις λέξεις, τα επιφωνήματα και τις μικρές άναρθρες φωνούλες, επίσης μιαν απλή κι ακοπίαστη επικοινωνία, απλή τονίζω, σαν την εισπνοή. Βέβαια το αρχικό κίνητρο ήταν απολύτως διαφορετικό, κοιτούσα τον ουρανό επειδή συνήθως αυτό κάνω ενώ εκείνος επειδή τον είχε κουτσουλίσει ένα πουλί κι έψαχνε αυθόρμητα να το εντοπίσει, αλλά ποιος νοιάζεται;

Πολλές στιγμές αργότερα (επειδή όταν βρεθούν 2 άτομα του ίδιου αστεριού δύσκολα αποκόπτονται ξανά) έχουμε βρεθεί σε μιαν ακροθαλασσιά και σιγομουρμουρίζουμε κάτι πανέμορφες κουβέντες που δεν έχω ακούσει ποτέ ξανά γιατί είναι πασπαλισμένες με ασήμι και θάλασσα και κάτι άλλα πολύχρωμα φυσικά στοιχεία που δεν γνωρίζω αλλά λαμπυρίζουν σε μεθυστικό βαθμό κι ήταν εκεί καθ’ όλη την διάρκεια της νύχτας (ναι φύγαμε το πρωί). Αν αναρωτιέστε, καμία κούραση ίσα-ίσα σαν να είχα φορτιστή συνδεδεμένο κατευθείαν με την πανσέληνο και τον θησαυρό που βρισκόταν εκεί κάτω από τα πόδια μας χωμένο βαθιά στην άμμο και ήταν ολόδικός μας. Μικρά σπάνια πετράδια φαίνεται να μ’ ακολούθησαν από εκείνη τη νύχτα γιατί όλη η επόμενη βδομάδα ήταν εξίσου μαγική, τελείως εξωπραγματική και τόσο απλά όμορφη.

Μερικές μέρες πριν, ήταν ακόμη μια φορά που εκεί πάνω από τον θησαυρό και δίπλα στο κύμα, συναντιόμασταν (καθότι τα συμβατικά σημεία κρίθηκαν απορριπτέα) και κατ’ επανάληψη (έτσι ώστε να παύει να είναι σύμπτωση) η φύση κινήθηκε ολόγυρα μας, τα σημάδια ότι έχουμε άμεση επικοινωνία με τ’ αστέρια λειτούργησαν, τα μόρια του αέρα με ζέση και σπάνιο άρωμα (μυστηρίου) εισπνέονταν από παντού, οτιδήποτε αποτελεί τον εαυτό μας, σώμα, πνεύμα, ψυχή, βρίσκοντας σε ζωντανή και όλο επιταχυνόμενη βελτίωση κι εμείς οι υπεράνθρωποι της νύχτας είχαμε επιτέλους πειστεί για την ανώτερη διαδρομή και σκοπό της ύπαρξη μας.

Τότε όμως κι έτσι απλά είχαμε την ασυνήθιστη ιδέα να προκαλέσουμε την τύχη μας. Νομίζω τελικά ήταν ασέβεια αυτό και θα το κρίνετε εκ του αποτελέσματος. Συμφωνήσαμε με όλη την γλυκιά ηρεμία μιας υπερφίαλης σιγουριάς ν’ αφήσουμε εντελώς στην τύχη το μέρος και την ώρα της επόμενης μας συνάντησης.

Μερικές μέρες μετά συνεχίζω το καθημερινό μου πρόγραμμα στον συνηθισμένο του ρυθμό, περνώντας από δρόμους, πλατείες, πάρκα, πεζοδρόμια, σε εκδηλώσεις που ούτως ή άλλως θα πήγαινα όμως τίποτα. Τα μαγικά πετράδια ακόμη μ’ ακολουθούν όμως τυχαία συνάντηση καμία. Ξαφνικά συνειδητοποιώ μιαν άλλη πραγματικότητα, της πόλης των εκατομμυρίων κατοίκων, των αμέτρητων δρόμων και πλατειών, των αμέτρητων εκδηλώσεων και πεζοδρομίων. Εδώ και μερικές μέρες το σύμπαν απλά δε συνωμοτεί και σιγά-σιγά διαφαίνεται στον ορίζοντα η αρχή ενός φόβου και η αρχή μιας αλήθειας, αυτής που ονομάζεται ασέβεια κι εγκατάλειψη ενός θησαυρού που όφειλες να προστατέψεις, με κάθε κόστος.

Βέβαια επειδή μια αρκετά σοβαρή μελαγχολία έχει αρχίσει ήδη να βαραίνει τους ώμους μου, ίσως και τους δικούς σας, αξίζει ν’ αναφέρω ότι γνωρίζοντας κάποιες μικρές συνήθειες του συμπατριώτη μου από το ίδιο αστέρι θα μπορούσα ν΄ αλλάξω λίγο τις συνήθειες μου για ένα μικρό χρονικό διάστημα μήπως και τον συναντήσω. Φτάνει βέβαια να μην το κάνουμε και οι δύο ταυτόχρονα… .

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *