Menu

Είναι σίγουρο ότι το 2011 μας επιφύλαξε πολλά… Και για τους περισσότερους όχι ευχάριστα, ελέω των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων. Από τώρα προετοιμάζω τις ατάκες που θα λέω στο παιδί μου όταν, σε καμιά δεκαπενταριά χρόνια, θα θέτει ερωτήματα του τύπου «Τί συνέβη εκείνα τα χρόνια και τώρα σκάβουμε μέσα σε αυτό το κινέζικο ανθρακωρυχείο»;  Στενάχωρα πράγματα δηλαδή. Αν μείνω όμως μόνο στα αρνητικά του έτους θα έχω αδικήσει ανθρώπους και καταστάσεις! Διότι έλαβαν χώρα πολύ σπουδαία γεγονότα. Ξεχωρίζω, ας πούμε, την κατάκτηση του γυναικείου παγκόσμιου πρωταθλήματος πόλο από την ελληνική ομάδα. Μη φοβάστε δεν έχω μπερδέψει τα site… Το αθλητικό αυτό γεγονός έχει και κοινωνικές προεκτάσεις, διότι πώς μπορεί αγαπητέ αναγνώστη και αγαπητή αναγνώστρια μια δράκα νεανίδες και ένας άνεργος προπονητής να φθάνουν στην κορυφή του κόσμου; Πού είναι τα κονδύλια που δαπανήθηκαν; Πού είναι οι σπόνσορες, οι τηλεσχολιαστές και οι αναλύσεις; Πόσοι τελικά είναι αυτοί που παρακολουθούν γυναικείο πόλο στην Ελλάδα; Ο συλλογισμός γεννά έντονα συναισθήματα μοναξιάς. Αυτή τη μοναξιά όμως που τη βιώνει μια μικρή ομάδα ανθρώπων, σχήμα οξύμωρο βέβαια, ωστόσο υπαρκτό. Αυτό ακριβώς ένιωσα και τις τρείς φορές που πέρασα την πόρτα του φιλόξενου και ιστορικού Κύτταρου, στο κέντρο της Αθήνας. Καλά το καταλάβατε, ξεκινάω με συναυλίες!

Οκτώβρης, και οι Covenant ξεκινούν μια σειρά συναυλιών της darkικης, ηλεκτρονικής σκηνής. Σχεδόν γεμάτο το Κύτταρο, ωστόσο πριν δέκα συναπτά έτη που τους είδαμε στο Ρόδον, πάλι είχε γεμίσει, με τετραπλάσιο κόσμο. Αιτίες υπάρχουν βέβαια. Ωστόσο το σχήμα από τη Σουηδία, με καινούργιο δίσκο στις αποσκευές, δεν δυσκολεύεται να μεταδώσει τη retro-φουτουριστική του αισθητική και τελικά μας παρέσυρε σε ένα πάρτι με ισχυρό συγκινησιακό φορτίο. Ίσως, όσοι βρεθήκαμε εκεί και μας άρεσε, να εντοπίσαμε ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θέλετε γιατί τα χρόνια περνάνε, θέλετε επειδή η μουσική και οι στίχοι διαθέτουν μελαγχολική χροιά, κατά τη γνώμη μου αυτή η συναυλία άξιζε της προσοχής μας, όσο και αν οι Covenant δεν έχουν καταφέρει να επαναλάβουν τις επιτυχίες του παρελθόντος. Για το δίσκο γράφω πιο κάτω.

Μετά, Νοέμβρης και σειρά παίρνουν οι Suicide Commando! Ο τελευταίος δίσκος, Implements of Hell αποτέλεσε δυναμική επανεμφάνιση, κάτι που περιμέναμε χρόνια! Δεδομένου ότι αυτός ο απίθανος Βέλγος δεν μπαίνει συχνά σε αεροπλάνο, αυτή η συναυλία ήταν «must» για τους φίλους του βιομηχανικού ήχου. Δίκαια ξεσηκωθήκαμε, τραγουδήσαμε, κτυπηθήκαμε. Η αρμόζουσα ενέργεια ήταν παρούσα και μάλλον θα καταγραφεί ως μια από τις καλύτερες του είδους της των τελευταίων ετών. Και εδώ όμως υπάρχει χώρος για μελαγχολία. Ok, το industrial στην Ελλάδα δεν θα γέμιζε ΟΑΚΑ στις καλύτερες εποχές, αλλά, να πάρει, τόσοι λίγοι μείναμε;

Τέλος, το Δεκέμβρη, πήγα και στην τρίτη συναυλία της σειράς, με τους ιταλούς Kirlian Camera. Και αυτοί με δίσκο νέο, που δημιούργησε όμως και τη σχετική γκρίνια ανάμεσα στους πιστούς οπαδούς. Εδώ όμως η προσέλευση απογοητευτικά χαμηλή, με το Κύτταρο μισογεμάτο. Κρίμα, γιατί το σχήμα απέδωσε πολύ καλά. Βέβαια, θεατές που τους παρακολουθούν εδώ και πολλά χρόνια, είχαν κάθε λόγο να μη …τσιμπήσουν με τις dance εκτελέσεις κάποιων κλασσικών κομματιών τους. Δεκτόν.

Σε ότι αφορά τους δίσκους, η χρονιά είχε τρία «κολλήματα», άσχημα όμως. Πρώτα οι συμπατριώτες μας, οιMK-O. Δύο μυστήριοι μουσικοί, ζεύγος γυναικός-ανδρός, που τους παρακολουθώ χρόνια τώρα, από παλαιότερα project τους. Το «Blues for the White Nigger» αποτελεί τρόπον τινά «φόρο τιμής» στη λεγόμενη «μαύρη μουσική», με την οποία έχω τυπική σχέση. Ωστόσο, το περίεργο εξώφυλλο, με την πειραγμένη φωτογραφία από φυτεία καλαμποκιού προϊδεάζει ότι για την ισχυρότατη σχέση «δηλούμενου – παραδηλούμενου». Όντως, οι MK-O επιχειρούν μια βαθύτατη κατάδυση σε μια πτυχή του σύγχρονου (παγκοσμιοποιημένου) πολιτισμού μας. Πώς δηλαδή, η μουσική μιας καταπιεσμένης πληθυσμιακής ομάδας έφθασε να αποτελέσει τον mainstream ήχο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στο πολιτιστικό γίγνεσθαι. Η κατάσταση φθάνει μέχρι σήμερα, στο «ελεύθερο downloading», κτλ. Ομολογουμένως, τέτοιο συνδυασμό μουσικής φόρμας-στιχουργικού περιεχομένου, έχω να συναντήσω από την εποχή του κολοσσιαίου ΚεφαλήΞΘ των Ministry. Η μουσική δηλαδή υπηρετεί το στίχο, ωθώντας τον ακροατή να ανακαλύψει τις βαθύτερες πτυχές του έργου. Έτσι, η funk, η afro, η disco ακόμα και η rock, περνάνε μέσα από τη φιλοσοφική μέγγενη των MK-O. Χώρια, που όπως μου ανέφεραν άνθρωποι που ασχολούνται με τα εν λόγω ιδιώματα, οι ΜΚ-Ο αφήνουν πίσω πολλούς «γνωστούς» εγχώριους του είδους. Η παραγωγή είναι υψηλού επιπέδου, ενώ υπό διαφορετικές συνθήκες ένα δύο τραγούδια του δίσκου θα είχαν αποτελέσει «επιτυχίες» που θα ακούγαμε συχνά στα ραδιόφωνα και τις playlists, όπως πχ το One Touch. Μια πολύ καλή ανάλυση υπάρχει στο Mic.gr .

Έπειτα οι Covenant. Το Modern Ruin ήρθε σαν βάλσαμο έπειτα από αρκετά χρόνια πιο μέτριων κυκλοφοριών. Προς τιμής τους, δεν προσπαθούν να επαναλάβουν τον ήχο που τους έκανε δημοφιλής προ δεκαετίας. Εδώ το retro-φουτουριστικό ηχοτοπίο είναι πολύ έντονο, με ικανές δόσεις νοσταλγίας αλλά και σύγχρονων φιλοσοφικών αναζητήσεων. Το Judge of my Domain, μαζί με το παλαιότερο I am πχ, αποτελούν ευθεία παραπομπή στην λεγόμενη «Εκκλησία του I am», ενώ το Dynamo Clock θα μπορούσε να είναι αναφορά στη θεωρία του «Ηλεκτρικού Σύμπαντος». Χωρίς να υπάρχει το απόλυτο hit στο δίσκο, ούτε αμιγώς dance κομμάτια, το Modern Ruin «εισέβαλλε» για τα καλά στο ηχητικό μου σύστημα και αν μη τι άλλο δίνει ώθηση στο σουηδικό τρίο που φαίνεται (έπειτα και από την προσθήκη του Daniel Myer) να επανακάμπτει και να δείχνει νέους δρόμους στο darkwave ηλεκτρονικό ιδίωμα.

Τέλος, αν και προηγείται χρονολογικά, το Can’t Sleep των Cryptic Minds. Dubstep, αλλά πολύ σκοτεινό, με έντονες βιομηχανικές καταβολές και «κρύπτες» στις οποίες εισέρχεσαι και εξερευνείς για ώρες.

Δύο ακόμα τίτλοι με απασχόλησαν. Biophilia της Bjork. Ok, η τύπα δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα. Αλλά μάλλον θάφτηκε πιο πολύ αυτό το πόνημά της από όσο «έπρεπε». Εντάξει, για να ομολογήσω την αλήθεια, δεν αγόρασα το δίσκο (χώρια που τα λεγόμενα «apps» αποτελούν για εμένα άγνωστο τόπο…), αλλά μέσω της παγκόσμιας δισκοθήκης (λέγε με και YouTube) άκουσα με υπομονή την πρότασή της στο στερεοφωνικό μου. Δεν ξέρω, ίσως αυτή να είναι πιο μπροστά…
Μετά, οι Rammstein με το Made in Germany. Είχαν άραγε λόγο να κυκλοφορήσουν Best of; Μπορεί να έχουν περάσει δεκαπέντε και πλέον χρόνια από την δημιουργία τους, ωστόσο συνεχίζουν να παράγουν δυναμικά. Αποτελώ φανατικό οπαδό τους και ταυτόχρονα αρέσκομαι σε audiophile κυκλοφορίες. Θα έπρεπε να έχω σπεύσει… Φευ, ένα remaster παλαιών επιτυχιών δεν με πείθει. Προφανώς υποστηρίζει τη νέα τους περιοδεία, επίσης με best of τραγούδια. Ναι, θα ήθελα τη συλλεκτική έκδοση με το μεταλλικό κουτί και το βιβλιαράκι με τις φωτογραφίες, αλλά τα εκατόν τόσα ευρώ δεν υπάρχουν πια. Από την άλλη, διαφημίζεις την ηχητική βελτίωση του προϊόντος σου, και δεν την τυπώνεις σε βινύλιο;  Κρίμα…

Λοιπόν, καλή χρονιά με πολύ μουσική!

ΥΓ. Και κάτι ακόμα… Παρότι τα οικονομικά στενεύουν και στενεύουν, αξίζει περισσότερο τον κόπο να επενδύσουμε σε ένα αξιοπρεπές ηχητικό σύστημα. Οι ώρες ακροάσεων που θα μας εξασφαλίσει είναι παραπάνω από πολύτιμες…

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.