Menu

Στην Πόττσβιλλ, μία λασπωμένη παραγκούπολη δίπλα σε ένα ποτάμι, κάπου στο Νότο στις αρχές του εικοστού αιώνα, με μόνα γεωγραφικά ορόσημα να ξεχωρίζουν το Δικαστήριο και το μπορντέλο της, ζει ο σερίφης Νίκ Κόρευ. Με έδρα και σπίτι το κτίριο του νόμου, περνάει τις ημέρες του στην απραξία, με μόνη έγνοια του ανάμεσα στον ύπνο και τα γεύματα να μην διαταράξει την ισορροπία της πόλης κάνοντας οτιδήποτε επιβάλλει το επάγγελμά του. Είναι πιο εύκολο για εκείνον να γυρίζει την πλάτη στα προβλήματα παρά να ασχολείται μαζί τους και να δημιουργεί έχθρες.

Λίγες μέρες πριν λήξει η δεύτερη θητεία του, όλοι του κουνάνε το δάκτυλο απειλώντας τον ότι αν δεν κάνει κάτι σύντομα για να αλλάξει το προφίλ του, θα δώσουν τη στήριξή τους στον καινούριο υποψήφιο σερίφη, τον Χενρυ Κλαίη. Έτσι ο Νικ, αποφασίζει να τους στείλει στο διάολο έναν-έναν. Ο προϊστάμενός του Κεν Λάσευ με την πολυπλοκότητα σανίδας, η στρίγγλα γυναίκα του και ο καθυστερημένος αδερφός της , η ερωμένη του Ρόζ και ο μπεκρής άνδρας της, ο μπαρμπα Τόμ και οι δυο νταβατζήδες της Ποττς, θα πέσουν θύματα της αψεγάδιαστης δολοπλοκίας του. Με μια νεοφώτιστη ικανότητα που θα αφυπνιστεί ξαφνικά μέσα στην αφήγηση και με την συναισθηματική ελαφρότητα ενός κατά συρροή δολοφόνου θα κλείσει μια και καλή τους λογαριασμούς του με την Πότσσβιλλ. Όπως ο ίδιος λέει «Συμμετέχουμε στα κρίματα των άλλων κι αυτοί συμμετέχουν στα δικά μας. Ή μπορεί πάλι να θέλω να πω, πως μπορεί να είμαι ίδιος ο Σωτήρας, ο Χριστός στο σταυρό του, σταλμένος στη Πόττσβιλλ γιατί ο Θεός ήξερε πως με χρειάζονταν εδώ για να καθησυχάσω τους ανθρώπους , να τους πω πως αν φοβούνται την κόλαση, δε χρειάζεται να ψάξουν μακριά για να τη βρουν».

Ο Νίκ Κόρευ σαν μυθιστορηματικός χαρακτήρας είναι ένα μπερδεμένα κενό δημιούργημα που η απλότητά του κρύβει μια ανατριχιαστική αιχμή. Δεν είναι το κλασσικό θύμα -αν και αυτή την εντύπωση δίνει για πολλές σελίδες- που ξυπνάει ένα πρωί και το μυαλό του παίρνει ανάποδες στροφές. Θυμίζει περισσότερο φίδι που περιμένει να το πατήσουν για να δαγκώσει το πόδι που το έκανε με τη σειρά του. Η λέξη που κατά τη γνώμη μου τον χαρακτηρίζει είναι η απουσία. Απουσιάζουν όλα εκείνα που συνθέτουν τον άνθρωπο και στις σπάνιες στιγμές που ανασύρει κάποια ψήγματα συναισθημάτων ή δίκαιου αυτά ξεφουσκώνουν γρήγορα και δεν πείθουν για την αλήθεια ή την ανιδιοτέλεια τους. Είναι εκεί μόνο για να δικαιολογήσουν το πάτημα της σκανδάλης. Όλες οι σκηνές των φόνων είναι στεγνές γιατί τέτοιος είναι ο θύτης.

Ο συγγραφέας δεν τον κρίνει με τη γραφή του, δεν τον δικάζει σε κανένα σημείο, ούτε καν στο τέλος του βιβλίου, αλλά τον αφήνει να πάρει το δρόμου του βάζοντας ίσως στα λόγια του Νικ τα δικά του «Αποφάσισα πώς, όπως ακριβώς οποιοσδήποτε άλλος φουκαράς σ’αυτόν τον κόσμο, έτσι κι εγώ, δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το τί πρέπει να κάνω».

Ο Τζίμ Τόμσον γεννημένος το 1906 στην Οκλαχόμα, γιός σερίφη που μετά την αποτυχία του να επανεκλεγεί τον ακολούθησαν φήμες για δωροδοκίες, ήταν γνωστός ως ο Ντοστογιέφσκι της Δεκάρας  “Dimestore Dostoevsky”. Δυστυχώς, πέθανε χωρίς να έχει την αναγνώριση που του άξιζε. Στα έργα του προσπάθησε να μετατρέψει το pulp σε ένα πιο λογοτεχνικό είδος. Η ζωή του έχει μεγάλο ενδιαφέρον, ήταν ακραίος χαρακτήρας, ως ενήλικος βαριά αλκοολικός, με κρίσεις απομονωτισμού κυρίως σε περιόδους συγγραφής των έργων του. Του άρεσε να γράφει σε δωμάτια φτηνών μοτέλ τα οποία δεν τα εγκατέλειπε αν δεν έφτανε στο τέλος. Επίσης σαν έφηβος είχε δουλέψει ως βαποράκι ηρωίνης και χασίς σε μεγάλα ξενοδοχεία του Τέξας. Πέθανε 71 ετών από εγκεφαλικό αφού πρώτα είχε αρνηθεί να τραφεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Άλλα γνωστά βιβλία του είναι το “Killer Inside me” που μεταφέρθηκε το 2010 στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Casey Aflek, το “Getaway” που έγινε ταινία με τον Steve McQueen, και το “Grifters” που μεταφέρθηκε σε ταινία από τον Steven Friars με τους John Cusack και Anjelica Huston. Επίσης έγραψε τα σενάρια για το “Killing”, την πρώτη ταινία σε μεγάλο στούντιο του Stanley Kubrick και το “Convoy” του Sam Peckinpah.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *