Menu

ΑΠΩΛΕΙΑ
* * *

Σκηνοθεσία: Τζον Κάμερον Μίτσελ
Πρωταγωνιστούν: Νικόλ Κίντμαν, Ααρον Εκχαρτ, Νταϊαν Γουίστ

Θα θυμίσω την περίπτωση του Biutiful, για την οποία είχα μιλήσει με «διαολόστειλτες» εκφράσεις πριν μερικές βδομάδες. Και δε θα τη θυμίσω επειδή… θέλω να τη θυμάμαι, αλλά επειδή ελπίζω σε μια δικαίωση. Η οποία θα μπορούσε κανείς να πει ότι έρχεται με ταινίες σαν την Απώλεια – όχι επειδή αυτές είναι αριστουργήματα, αλλά επειδή τουλάχιστον έχουν τα κότσια να παλέψουν με ένα θέμα βαρύ κι ασήκωτο, χωρίς να σου πουλήσουν τη «μιζέρια» του για ράβδους χρυσού.

Εξηγούμαι. Στην Απώλεια, οι πρωταγωνιστές της ιστορίας (ο Χάουι και η Μπέκα) έχουν μόλις χάσει τον τετράχρονο γιό τους σε ατύχημα. Η Μπέκα προέρχεται απο οικογένεια χωρίς «κεφαλή» (ο πατέρας της μας άφησε χρόνους) και χωρίς αδερφό (ο οποίος μας άφησε επίσης, στα 30 του χρόνια όντας ηρωινομανής). Την ίδια στιγμή, η αδερφή της Μπέκα μαθαίνει ότι είναι έγκυος εκτός γάμου, η μάνα της θυμάται τις κατάρες οικογενειών όπως οι Κένεντι και ο κατά λάθος «δολοφόνος» του γιου της εμφανίζεται για να δοκιμάσει τις… ευαισθησίες της. Αν τώρα, όλο αυτό απλώς το περιέγραφα χωρίς να προχωρήσω στο «ζουμί», θα πίστευες ότι το μελό έχει και τα όριά του και ότι, όπως και στην περίπτωση του Ινιαρίτου, καλό είναι να μείνεις… μακριά κι αγαπημένος. Επειδή όμως εδώ, το «κλειδί» δεν το έχει ένας μίζερος «ζιγκολό» της μιζέριας αλλά ένας ικανότατος (και «διακριτικός») εικονοπλάστης, τα πράγματα είναι προφανές ότι δε γίνεται να αφεθούν στην τύχη τους. Το στόρι κυλά μάλλον συνηθισμένα, χωρίς εκπλήξεις ή ανατροπές, αλλά ο Μίτσελ το βλέπει με ευαισθησία κι όχι με «πρόστυχη» μανιέρα. Αγκαλιάζει τους τραγικούς ήρωές του, τους μετριάζει τις εκρήξεις και τους κάνει πιο γήινους. Πιο προσγειωμένους.

Η ταραγμένη τους ψυχοσύνθεση δε συνδυάζεται με κακόφωνες κορώνες (μία, όλη κι όλη, σκηνή εξωτερικής έντασης περιλαμβάνεται – αλλά κι αυτή με μέτρο και σύνεση), αλλά με σκοτεινή εσωτερικότητα, με θλιμμένα βλέμματα και πράξεις ή κινήσεις που μπορούν να υποδηλώσουν πολλά. Και σ’αυτό, μέγιστοι αρωγοί είναι οι δύο πρωταγωνιστές του. Ειδικά για την Κίντμαν, μπορώ να βάλω ακόμα και το χέρι μου στη φωτιά ότι αυτή είναι η καλύτερή της παρουσία στην οθόνη μετά τη Γέννηση και αποτελεί από μόνη της έναν πολύ καλό λόγο να παραστείς ως μάρτυρας σε τούτο το μάλλον δυσάρεστο θέμα. Απλή, αλλά λειτουργική, μετρημένη αλλά και ερμηνευτικά υπερθετική, η Μπέκα της Κίντμαν είναι πολλοί χαρακτήρες σε ένα καλούπι, καλοσχηματισμένο και με μπόλικο περιεχόμενο.

Κρίμα, ωστόσο, που ο Μίτσελ χάνει την εμπιστοσύνη στο σεναριακό καμβά του και στο τελευταίο μέρος δείχνει αποπροσανατολισμένος ως προς την λήξη του «αγώνα». Το φινάλε μοιάζει ρομαντικό, αλλά ξεκρέμαστο, το ίδιο και οι ήρωές του που δυσκολεύονται να σε αποχαιρετήσουν. Ίσως ο ίδιος ο Μίτσελ να μην ήξερε πώς να τους αποχωριστεί, «καταδικάζοντας» έτσι ένα πολύ ωραίο φιλμ (σύντομης διάρκειας) σε μια οριακά ανολοκλήρωτη συναισθηματική πρόταση. Ας είναι, όμως, γιατί όποιος θέλει να βρει το «κουμπί» μιας τέτοιας ταινίας, πάντα θα το βρίσκει όσο θα υπάρχουν ανοιχτοί οι δρόμοι, κατά τη διάρκεια, που θα τον διευκολύνουν. Και δε θα του μαυρίζουν χωρίς λόγο και αιτία την ψυχή του.

 

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.