Menu

Οι καλλιτέχνες είναι πάντα κληρονόμοι μιας οικείας παράδοσης που τους έχει σημαδέψει και καλούνται να αναμετρηθούν μαζί της. Οι κληρονόμοι γίνονται αχθοφόροι,  όταν αναλογιστούν την κληρονομιά τους και νιώθουν να βαραίνει το αποκρυσταλλωμένο πνευματικό και καλλιτεχνικό άχθος προηγούμενων και σύγχρονων γενεών, το οποίο και παραλαμβάνουν με ευγνωμοσύνη. Κι έτσι οι άξιοι καλλιτέχνες έχουν πάντα το εξής ηθικό δίλημμα στα πρόθυρα της καλλιτεχνικής σύλληψης: να δημιουργήσουν μέσα στο προστατευτικό δίχτυ της παράδοσης ή να ακολουθήσουν διαδρομές πρωτοτυπίας τολμώντας και προβαίνοντας σε διαρκείς ρήξεις με κίνδυνο την απόληξη σε ένα ενδεχόμενο θρυμματισμό;

Η απάντηση για τους The National βρίσκεται στη στοχαστική και διακριτική τους αναφορά στο κληρονομημένο άχθος και τη διαπραγματευτική διάθεση που επιδεικνύουν με τις νέες ανάγκες της μουσικής του καιρού μας. Αυτό σημαίνει ότι, ανάμεσα στον καλλιτεχνικό εφησυχασμό της συντεχνίας και της επανάληψης και τη θανάσιμη έξοδο στο ξέφωτο της πρωτοτυπίας και του αποπροσανατολισμένου πειραματισμού, επιλέγουν την ωρίμανση μιας από καιρό προδιαγεγραμμένης πορείας που αποκωδικοποιείται στο νέο album High Violet. Έτσι οι The National είναι ευγενικοί μαζί μας, δε μας αιφνιδιάζουν, αλλά επικυρώνουν τις παλιές μας προσδοκίες.Φέρουν όλα τα αναγνωριστικά σημάδια της παράδοσής τους: βαρύτονα vocals, διαυγείς κιθάρες με περιορισμένες τις εναλλαγές των μουσικών τόνων, βαρύτητα συναισθήματος με υπνωτιστικούς ρυθμούς των ντραμς. Οι ηχητικές ομοιότητες σαφώς παραπέμπουν στους Joy Division και σε όλα τα σύγχρονα συγκροτήματα,  αμερικάνικα και ευρωπαϊκά, όπως οι Interpol, Hope of the States, Editors, I love you but I’ve chosen darkness, τα οποία ενστερνίστηκαν την πρωτόγονη, αλλά σχεδόν αποκαλυπτική γλώσσα των Joy Division και την μετασχημάτισαν σε ένα μελωδικότερο, πιο ήπιο και πιο εκλεπτυσμένο μουσικό προφίλ, αρκετά δημοφιλές στο νεανικό κοινό.

Αξίζει να σημειωθεί πώς προέκυψε το High Violet, μιας και το συγκρότημα δηλώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον επαναπροσδιορισμό της διαδικασίας στη σύνθεση των κομματιών και πρόσφατα επένδυσε αρκετά για τη διαμόρφωση ενός σχεδόν οικογενειακού στούντιο,  στο σπίτι του Aaron, το καλοκαίρι του 2008, όπου μπορούν να διαχειρίζονται τον ήχο τους στα δικά τους μέτρα .Άλλοτε επιμένουν σε εξελικτικό μετασχηματισμό των αρχικών εντυπώσεων και συλλήψεων και άλλοτε διατηρούν τον αρχικό ήχο όπως ακριβώς προέκυψε, σε εμβρυικό στάδιο.

Για παράδειγμα, το Terrible Love είναι αποτέλεσμα ενός τέτοιου «ατυχήματος». Συγκυριακά, επίσης,  δηλώνει ο Matt Berninger προέκυψε ένα συνολικό, πιο σκοτεινό και ζοφερό αποτέλεσμα σε σχέση με την αρχική του πρόθεση, κυρίως στους στίχους που επικεντρώνονται σε ερωτικές μεταμέλειες και πικραμένο αυτοσαρκασμό σε απλά λόγια που αγγίζουν οποιονδήποτε διαθέτει μία στοιχειώδη εμπειρία ζωής. Παρά τις δόσεις κατήφειας που αποπνέει ο λυρισμός του συγκροτήματος, σε αυτό το άλμπουμ είναι πιο έντονη η αίσθηση του «εμείς», όπως συμβαίνει στο Afraid of Everyone, στην οποία συνέβαλε και η ολοκλήρωση της οικογενειακής ευτυχίας του Matt με ένα παιδί.

Προσωπικές αδυναμίες από το άλμπουμ είναι τα Sorrow, Afraid of Everyone και Conversation 16. Προσωπικό παράπονο; Που αναμείχθηκαν οι The National στην υποψηφιότητα του Barack Obama το 2008. Γιατί όταν πεθαίνει η τέχνη, το νεκροκρέβατό της το στολίζει η πολιτική. Έχουμε κουραστεί από τους μουσικούς ακτιβισμούς των U2, ας μην αφήσουν διαδόχους.

Επιλογικά, αξίζει να αναφερθεί ο ορισμός της μουσικής δημιουργίας, όπως διατυπώνεται από τον Matt Berninger: «Είναι σαν σαφάρι. Μερικές φορές είναι μία ωραία περιπέτεια και άλλες φορές νιώθεις ότι είσαι χαμένος και φοβάσαι να πεθάνεις».

Tracks
1. Terrible Love, 2. Sorrow, 3. Anyone’s Ghost, 4. Little Faith, 5. Afraid of Everyone, 6. Bloodbuzz Ohio, 7. Lemonworld, 8. Runaway, 9. Conversation 16, 10. England, 11. Vanderlyle Crybaby Geeks

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.