Menu

Χαίρομαι ιδιαίτερα που η νορβηγική σκηνή επιβεβαιώνει το τέλος μιας ψυχεδέλειας που αποθεώθηκε από τα ΜΜΕ για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες και της οποίας ο απόηχος του θαυμασμού παραμένει και σήμερα σα να επρόκειτο για θρησκεία αποκαλυπτική με τη θεοπνευστία του Χάξλεϋ και προεξάρχοντα ιερέα το Jimi Hendrix. Εν αρχή ην το άλμπουμ των Pink Floyd “the piper at the gates of town” (1967 – όπου piper = Πάνας) και όχι μόνο και έκτοτε η ψυχεδελική υστερία σάρωσε μία κοινωνία σε αναβρασμό που προσπάθησε να εξορκίσει τη βαρβαρότητα του πολέμου με τα ιερά βιβλία και τα φυλαχτά παγανιστικών και ανατολίτικων θρησκειών. Ο Φρόιντ και ο Γιουνγκ γίνονται σημαία και τρόπαια, τα παραισθησιογόνα γίνονται το κλειδί του παραδείσου σε μία νέα διευρυμένη αντίληψη, τα ουτοπικά οράματα και οι εξωκοσμικές εμπειρίες απεικονίζονται στα ινδουιστικά σύμβολα και τα πλουμίδια των νέων, ενώ οι πειραματισμοί με το Σιτάρ δεν έχουν τέλος.

Ποτέ άλλοτε οι καλλιτέχνες δεν εμφανίστηκαν τόσο φιλόδοξοι, ώστε να νομίζουν ότι λίγοι παραμορφωμένοι ήχοι με αλληγορικούς στίχους γίνονται το μέσο για την επίτευξη μιας θέωσης, καθόλου προμηθεϊκής, που έφτανε μόνο μέχρι την art-pop εικονοποιϊα των εξωφύλλων στους δίσκους τους. Περιττή η αναφορά στην ελληνική εμμονή του Τύπου στους Porcupine Tree που ενσάρκωναν σε κάθε συναυλία τους στο Ρόδον την πνευματιστική μορφή της ψυχεδέλειας και αποθεώνονταν στις κριτικές.

Οι αφοριστικές, επίσης, δηλώσεις του «υπερσεξουαλικού» Jim Morrison έγιναν προσευχή στα χείλια χιλιάδων γυναικών που ανακάλυψαν ξαφνικά το υποσυνείδητο και τον εκφυλισμό των αισθήσεων ως αντίδοτο στον τελματωμένο μικροαστικό ερωτισμό τους. Για το Morrison ολόκληρος ο κόσμος έμοιαζε να είναι το αιδοίο της ερωμένης του ζωγράφου στον πίνακα του Γκιστάβ Κουρμπέ (1819-1877) «Η καταγωγή του κόσμου». Ο απωανατολίτικος αισθησιασμός γίνεται το σύνθημα της αντίστασης ενάντια στις κοινωνικές συμβάσεις και τελικά η ψυχεδελική μανία απολήγει σε ένα μουσικό υπερκαταναλωτισμό με εξευγενισμένους όρους, στα πλαίσια του οποίου οι δισκογραφικές εταιρείες έτριβαν τα χέρια τους.

Ευτυχώς η μουσική έχει τους δικούς της μηχανισμούς αυτοθεραπείας και αποκαθαρμένη πια από κάθε περιττό πλουμίδι δεν αντικατροπτίζει κατ’ ανάγκη την ηλίθια μακαριότητα της μονότονης ζωής μας, αλλά μας προσγειώνει συχνά με πάταγο σε γήινα πεδία, χωρίς μυστικιστικές προεκτάσεις και πολιτική ηθικολογία. Η ανάγκη για καθαρή ποίηση των συμβολιστών δε διαφέρει και πολύ από την ανάγκη για μία καθαρή μουσική που προβοκάρει, χωρίς να στρατεύει και ακτινοβολεί, χωρίς να επικαλείται θεούς και δαίμονες. Η νέα ψυχεδέλεια διαθέτει τουλάχιστον χαμηλόφωνη τραχύτητα αλλά επαρκώς θορυβώδη, καθώς και μινιμαλιστικά μοτίβα, που δε στερούνται, όμως, συναισθηματικών εξάρσεων.

Η σκηνή του Όσλο, το έγραψα και στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, είναι ενδεικτική: οι Maribel, όπως και οι Le Corbeau έχουν αφομοιώσει γόνιμα επιρροές πολλών συγκροτημάτων των τελευταίων τριών δεκαετιών, αλλά το στίγμα ανήκει στα συγκροτήματα My Bloody Valentine and Serena-Maneesh. Δεν αρνούνται την επιρροή των The Velvet Underground ή των Suicide και Spacemen 3. Οι κιθάρες τους κρατούν ακόμη κάτι από τους Jesus and Mary chain και αντηχούν παρατεταμένα αλλά περισσότερο ονειρικά από τους Sonic Youth. Η γερμανική krautrock scene επίσης εντοπίζεται στις επαναληπτικούς βόμβους της κιθάρας και των ντραμς. Έτσι προέκυψε το ντεμπούτο άλμπουμ τους Aesthetics, που μένει πιστό στις προαναφερθείσες μουσικές καταβολές και εκδόθηκε σε όλες τις δυνατές μορφές: το 2008 σε CD, τον Οκτώβριο του 2009 σε vinyl και έπειτα ψηφιακά. Αυτό το μήνα κυκλοφορεί στη Δανία.

Οι Maribel φροντίζουν οι ίδιοι να περιγράφουν τις ιδέες τους πίσω από τη μουσική που αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από ένα ηχογόνο πέπλο. Maribel σημαίνει “Maria Isabelle” και, όπως εξηγεί το συγκρότημα, το Maria είναι χριστιανικό όνομα, το Isabelle ειδωλολατρικό – οπότε συνδυάζεται το αρχέγονο μαζί με το ιερό. Στα Γαλλικά σημαίνει “bitter beauty” και όντως δε λείπει το άγγιγμα της γαλλικής ποπ. Οι Maribel μετά από μία συναυλιακή περίοδο, όπου συνυπήρχαν και με τους Le Corbeau, επιστρέφουν στο στούντιο για το νέο δίσκο, του οποίου δείγματα δεν έχουν ακόμη πρόσβαση στο κοινό τους.

Η μουσική, λοιπόν, αποκαθίσταται στην αυθεντική της υπόσταση όταν απεκδύεται της μεγαλορρημοσύνης. Η φορμαλιστική επιτήδευση είναι θεμιτή, όταν υπηρετεί την ουσία. O αυλητής θεός των Pink Floyd ανήκει για πάντα στο παρελθόν.

Part I: Reconstruction of Norwegian night strolls

One Comment for "Η ψυχεδέλεια του Βορρά / The Great God Pan is dead [Part II]"

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *