Menu

H ολοκλήρωση της τριλογίας της Εκδίκησης, βρήκε τον σκηνοθέτη Τσαν-Γουκ Παρκ στην κορυφή των σύγχρονων δημιουργών του κινηματογράφου, έχοντας αποκτήσει αναρίθμητους πιστούς ανά την υφήλιο. Εντυπωσιασμένοι όλοι εμείς από τον επιβλητικό ύφος αλλά (κυρίως) από το μήνυμα που μεταφέρει σαν άλλος σαμάνος του αστικού τοπίου, μπήκαμε για τα καλά στο νόημα μιας πρωτόγνωρης μορφής υπαρξιστικού κινηματογράφου.  Ελέω και της χρονικής συμπτώσεως, ο Παρκ αποτέλεσε τον έναν εκ των δύο πόλων που συνιστούν την κορωνίδα του ακμαίου νοτιοκορεατικού κινηματογράφου. Ο ένας τραχύς, ο άλλος ποιητικός. Σύνθετη κινηματογράφηση από τον πρώτο, πιο απλή από τον δεύτερο. Και οι δύο όμως εστιάζουν στην ανθρώπινη ύπαρξη, με εμφανή την επιρροή του τοπικού πολιτισμού.

Το τελευταίο πόνημα του Παρκ φέρει τον τίτλο «I am a Cyborg, but that’s ok…». Αρκετά βαριά η πρώτη πρόταση, έρχεται να την ελαφρύνει η δεύτερη. Ο σκηνοθέτης, παρουσιάζοντάς την στο φεστιβάλ του Βερολίνου το 2007, είπε ότι ήθελε να φτιάξει κάτι που να μπορεί να το βλέπει ευχάριστα η κόρη του. Όμως, μετά τις πρώτες προβολές (και βραβεύσεις), είχε γίνει κατανοητό ότι μόνο σε κάτι τέτοιο δεν περιορίστηκε. Ο χαρακτηρισμός «Blade Runner του 21ου» αιώνα που δόθηκε από ευρωπαίους κριτικούς προσέδωσε ακόμα περισσότερο σασπένς, μιας και η ημέρα που η ταινία βρήκε τον δρόμο για τις ελληνικές αίθουσες αργούσε απελπιστικά…

Εάν στη τριλογία οι ήρωες δρουν υποκινούμενοι από την ανάγκη να ζητήσουν εκδίκηση, και μέσω αυτής να οδηγηθούν στην Κάθαρση και τη συγχώρεση, στο «Cyborg…», είναι η Αγάπη που πρέπει να αναζητηθεί. Η νεαρή Young-Gun (στο ρόλο η εξωτική Su-Jeong Lim) είναι τρόφιμος ψυχιατρείου, μιας και τρέφει την έμμονη ιδέα ότι είναι Cyborg. Αρνείται τη λήψη τροφής, επικοινωνεί ελάχιστα με τους άλλους τροφίμους και δεν επιθυμεί συνεργασία με τους γιατρούς. Αντίθετα, στήνει διάλογο με τις μηχανές, «φορτίζεται» από μπαταρίες που ακουμπάει στη γλώσσα της και προσπαθεί να επικοινωνήσει με τη πεθαμένη γιαγιά της, με τη χρήση ενός λαμπάτου ραδιόφωνου, της μασέλας της και ενός …ποντικιού ηλεκτρονικού υπολογιστή!

Εντός του ψυχιατρείου, αναπτύσσονται μια σειρά από δευτερεύοντες χαρακτήρες. Καθένας με την τρέλα του, στην κυριολεξία. Μία πλάθει ιστορίες («οι άνθρωποι πλάθουν ιστορίες προκειμένου να καλύψουν τη χαμένη μνήμη», αναφέρει χαρακτηριστικά η γιατρός…), ένας άλλος νιώθει ντροπή και υπεύθυνος για ότι συμβαίνει γύρω του. Μία άλλη νεαρή προσπαθεί να μοιάσει στη …Χάϊντι και να πάρει μια θέση σε χορωδία που τραγουδάνε τα χαρακτηριστικά άσματα της Ελβετίας. Κοιτάζει τον κόσμο μέσα από έναν καθρέπτη. Ακόμα μία, υπέρβαρη και άσχημη, ασχολείται συνεχώς με τον καλλωπισμό της. Υπάρχει και ένας μυστήριος, που φοράει χάρτινες μάσκες και κλέβει τα λιγοστά πολύτιμα πράγματα που έχει μαζί του ο καθένας.

Η ιστορία όμως έχει ξεκινήσει από πιο πριν. Η γιαγιά της Young-Gun είχε επίσης τη δική της τρέλα, τρώγοντας ραπανάκια και ταΐζοντας ποντίκια. Τσακώνεται συνεχώς με την κόρη της, ιδιοκτήτρια ενός μικρού εστιατορίου. Η εγγονή της όμως τρέφει αγάπη για αυτή τη γιαγιά. Και ακούνε μαζί μουσική από το παλιό λαμπάτο ραδιόφωνο. Τελικά η γιαγιά εισάγεται εσπευσμένα στο τρελάδικο («εκεί που σε φροντίζουν οι επιστήμονες και οι καθηγητές»), και η μικρή τρέχει από πίσω της με το ποδήλατο, προσπαθώντας να της δώσει τη μασέλα που δεν πρόλαβε να φορέσει. Σε αυτή την προσπάθεια η γιαγιά φωνάζει προς την εγγονή για το νόημα της ζωής… Χωρίς όμως να προλάβει να ολοκληρώσει…

Αυτή η βίαιη διάσπαση της σχέσης γιαγιάς-εγγονής είναι που θα καθορίσει τη σκέψη της δεύτερης. Σας καλώ, βλέποντας την ταινία σε dvd πλέον, να ακούσετε ποια είναι η λέξη που αντιστοιχεί στη γιαγιά, στη κορεατική γλώσσα: halmoni! Δεδομένου ότι οι κορεάτες προφέρουν το r σαν l, χρησιμοποιώντας το ίδιο γράμμα στη δική τους αλφάβητο, έχουμε τη λέξη «harmoni», δηλαδή ´Αρμονία!(1) Ώστε λοιπόν η μικρή φωνάζει προς τη χαμένη αρμονία, στο δρόμο μιας ήσυχης γειτονιάς, με φτωχικά ισόγεια σπίτια. Μιας γειτονιάς που κάλλιστα μπορείς να συναντήσεις σε χωριά της κορεατικής ενδοχώρας, μπορείς όμως να τα «δεις» και στη Σεούλ της δεκαετίας του ’60 και του ’70, τότε που η χώρα ξεκινούσε την ξέφρενη πορεία του εκβιομηχανισμού. Οι σεναριογράφοι επίτηδες αφήνουν την ταινία να εξελίσσεται σε …άχρονο χρόνο. Δεν θέλουμε να τοποθετήσουμε τα γεγονότα σε ορθή χρονική σειρά. Μας ενδιαφέρει πρωτίστως να μάθουμε ότι η πανέμορφη πιτσιρίκα δεν γεννήθηκε τρελή, αλλά συγκεκριμένα γεγονότα την τρελάνανε, διαταράσσοντας την εσωτερική της Αρμονία.

Ερχόμαστε έτσι στην αρχική σεκάνς του έργου. Σε ένα τακτοποιημένο, τετραγωνισμένο εργοστάσιο κατασκευής ηλεκτρονικών συσκευών. Εντός αυτού του ρετρό-φουτουριστικού τοπίου προσπαθεί να ενταχθεί η Young-Gun. Και αυτό το τοπίο δεν είναι τυχαίο. Θα μπορούσε να είναι ένα ναυπηγείο ή ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων (σκληρές δουλειές για αυτό το εύθραυστο, αγγελικό πλάσμα), ακόμα και ένα χυτήριο μετάλλου. Επίσης αντρική δουλειά, ακατάλληλη για την ηρωΐδα αλλά ότι πρέπει για τον κωφάλαλο ήρωα του πρώτου μέρους της Τριλογίας… Οι προαναφερθέντες τομείς είναι αυτοί που κάνανε την Ν.Κορέα ένα βιομηχανικό κολλοσό. Αυτοί οι χώροι εργασίας και παραγωγής αποτελούν για τον Παρκ μια έντονη έκφανση της πατρίδας του (και του κόσμου ολόκληρου, σε ακόμα πιο ανοικτή βάση), δεν μπορούν ωστόσο να απορροφήσουν τις τραγικές φιγούρες που πλάθει. Εάν στο πρώτο μέρος της Τριλογίας, ο ήρωας εξέρχεται του εργοστασίου και τυφλώνεται από τον Ήλιο, εδώ η μικρή «λαμβάνει» λάθος εντολές συναρμολόγησης, βάζει εαυτόν στη πρίζα και παθαίνει μια καλή ηλεκτροπληξία, αλλά μέσω αυτής της επίπονης διαδικασίας ξεκινάει τη δική της αναζήτηση.

Ο κύριος φιλμικός χώρος όμως είναι το τρελάδικο (θυμίζω στη Τριλογία τη σειρά: εργοστάσιο-φυλακή-σχολείο). Ακόμα ένας κλειστός χώρος, με τους δικούς του κανόνες, τους εξουσιαστές και τους εξουσιαζόμενους και με δύσκολη επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Η αλληγορία προφανής. Το Cyborg, όμως έχει ένα σκοπό. Πάντα κατασκευάζεται για να εκτελέσει μια βρώμικη δουλειά και μετά απλά να «λήξει». Εφόσον το υποτιθέμενο Cyborg της ιστορίας μας έχει δει τους γιατρούς (με τις επιστημονικές μεθόδους τους) να εξαφανίζουν τη γιαγιά (μαζί και την Αρμονία), η οποία ανέφερε περί σκοπού της ζωής, τότε τα πράγματα φαντάζουν απλά: εάν σκοτώσει τους γιατρούς-φύλακες τότε θα βρει το νόημα της ζωής! Εδώ ο Παρκ μας χαρίζει κάποιες εκπληκτικές σκηνές μάνγκα αισθητικής, με την Young-Gun να μετουσιώνεται (στη φαντασία της) σε μηχανή θανάτου, που μετατρέπει το ιατρικό προσωπικό σε άμορφη μάζα κρέατος και αίματος. Στην πραγματικότητα όμως καταφέρνει τόσο να «κερδίσει» αρκετές μέρες στην απομόνωση αλλά και να φθάσει στα όρια του φυσικού θανάτου, μιας και η ατροφία την οδηγεί στα όριά της (κάτι που σχεδόν συνέβη και στη διάρκεια των γυρισμάτων…).

Στο πρώτο μέρος της ταινίας όμως έχει φανεί η συμπάθεια προς έναν εκ των υπολοίπων τρελών, τον Il-Soon (τον ρόλο αναλαμβάνει ο ποπ σταρ Ji-Hun “Rain” Jung). Είναι αυτός που φοράει μάσκες και κλέβει τα πράγματα των άλλων. Στην ουσία «κλέβει» τις εξαρτήσεις τους, τις προσκολλήσεις και τους εγωισμούς, μέσω των οποίων ο καθένας ορίζει τον εαυτό του απέναντι στους άλλους. Για αυτό και δεν τον θέλουνε οι άλλοι τρόφιμοι. Εάν κλέβει από τον καθένα την προβεβλημένη του ιδιότητα, τότε τι ρόλο θα «βαράνε» εκεί μέσα; Το ίδιο θα συμβεί και όταν η Young-Gun τον προκαλεί να της κλέψει ότι αυτός θεωρεί πολυτιμότερο, μιας και η συμπάθεια που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται προς αυτόν διαθέτει λανθάνουσα μορφή, υπό το πρίσμα των «εφτά αμαρτημάτων». Τουλάχιστον έτσι όπως αυτά ορίζονται στο μυαλό της μικρής, αντικατοπτρίζοντας τις αηδίες που κάθε κοινωνία φροντίζει να «μπουκώσει» τα νεαρά μέλη της… Αλλά και ο Il-Soon έχει πέσει θύμα κλοπής: η μητέρα του έχει εξαφανισθεί. Την αγαπά, μέσω μιας φωτογραφίας που του έχει αφήσει σε ένα μενταγιόν. Του λείπει όμως η μητρική αγάπη. Δίνει (αδιόρατα) αγάπη προς αυτή αλλά δεν λαμβάνει από αυτή.

Για αυτό και συζητεί με τον τύπο που νομίζει ότι φταίει για όλα. Αυτός ο τελευταίος έχει μια ακόμα ιδιότητα: περπατάει ανάποδα! Ως εκ τούτου, ο Il Soon δεν μπορεί να του κλέψει τίποτα! Για αυτό και τον προσεγγίζει. Και αντιλαμβάνεται ότι ο συγκάτοικος υποφέρει σχεδόν από την ίδια …ασθένεια: ο τύπος αισθάνεται ντροπή και ένοχος για ότι συμβαίνει ακριβώς επειδή πιστεύει ότι δίνει αγάπη, ανιδιοτελώς, χωρίς όμως κανείς να ανταποκρίνεται. Θέτει λοιπόν το θεμελιώδες ερώτημα: γιατί δεν μπορεί να δώσει κάποιος χωρίς να αναμένει την απολαβή; Άθελά τους και οι δύο, έχουν διαταράξει τον «θεϊκό Νόμο» του «δούναι και λαβείν». Και αυτό αντιλαμβάνεται ο Il-Soon, αναγνωρίζοντας στο ερώτημα τού απέναντί του, το δικό του ερώτημα διατυπωμένο αντίστροφα! Η πορεία των πραγμάτων έχει μόλις αρχίσει! Ο φοβισμένος αρχίζει να ξεπερνάει τον φόβο του έπειτα από την κόκκινη μάσκα που του φοράει ο Il-Soon. Στη φιλοσοφία της Άπω Ανατολής θεωρείται ότι ο κόσμος μας αποτελείται από πέντε στοιχεία (σε αντίθεση με τη δυτική-αρχαιοελληνική, όπου υπάρχουν τέσσερα). Το κόκκινο εκπροσωπεί το στοιχείο της φωτιάς. Αυτό το στοιχείο απαιτεί ενδυνάμωση στον φοβισμένο, προκειμένου να δυναμώσει το πνεύμα του. Αλλά και στη Young-Gun απαιτείται κάτι ανάλογο, μιας και υποφέρει από τη λεγόμενη «κλειστή καρδιά». Για αυτό και μισεί του γιατρούς. Με τους να τους σκοτώσει δεν θα βρει απάντηση στο ερώτημά της. Και με το να μην τους δέχεται την οδηγεί στο θάνατο. Δεν φταίνε όμως αυτοί.

Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, ο Il-Soon καλείται να θεραπεύσει τη Young-Gun, με τρόπο που δεν συνάδει με τον επιστημονικά ορισμένο. Εμφανίζεται δηλαδή σαν τον Φάνητα-Έρωτα της Ησιόδειου Θεογονίας και θα αρχίσει να δημιουργεί τους πρώτους κραδασμούς, την απαραίτητη ροή που θα εκτρέψει την προδιαγεγραμμένη πορεία της Young-Gun. Πώς; Κλέβοντας (ήδη στο πρώτο μέρος) τη μασέλα-συνεκτικό δεσμό ανάμεσα σε γιαγιά και εγγονή. Η δεύτερη φοράει τη μασέλα κάθε φορά που προσπαθεί να επικοινωνήσει με τη πρώτη, μέσω του λαμπάτου ραδιόφωνου και του ποντικιού. Όχι ενός ζωντανού ποντικιού, αλλά μέσω ενός ασύρματου mouse. Βρισκόμαστε πλέον στην ψηφιακή εποχή! Αλλά το παλιό ραδιόφωνο και το μοντέρνο εξάρτημα (σε σχέση με το συνονόματο αγαπημένο οικόσιτο ζώο) συναντιούνται σε αυτή την ιδιότυπη τελετή. Ο Il-Soon οδηγεί την Young-Gun σε σκοτεινό διάδρομο, όχι για να την αποπλανήσει, αλλά για να τη θέσει σε κατάσταση εσωτερικού διαλογισμού.

Γνωρίζει ότι πρέπει και στην καρδιά-φωτιά να επέμβει (εδώ να κατευνάσει το στοιχείο που βρίσκεται σε έξαρση) αλλά και να αποβάλλει το μίσος και τη λύπη που κυριαρχούν στη ψυχή της (αποδυναμωμένο το στοιχείο ξύλο). Για να το καταφέρει αυτό, παρακάμπτει τελείως την φαινομενική τρέλα της Young-Gun. «Είσαι ένα Cyborg, αλλά ok, πρέπει να φας λίγο ρύζι»! Αποδέχεται το ιδιότυπο του χαρακτήρα της, ακόμα και όταν χρειάζεται να προσποιηθεί ότι της ανοίγει τη πλάτη, προκειμένου να εισάγει τον μετατροπέα του φαγητού σε ηλεκτρική ενέργεια. Χρησιμοποιεί για αυτό το λόγο το μενταγιόν της μητέρας του, το πολυτιμότερο και μοναδικό δείγμα της μητρικής αγάπης, που τόσο αποζητά. Ας όψεται. Πιστεύει ότι εάν μεταλαμπαδεύσει την αγάπη που αυτός δίνει, τότε η φίλη του θα σωθεί. Γνωρίζει όμως ότι όλα πρέπει να γίνουν βαθμιαία.

Το δεύτερο μέρος της ταινίας είναι και το πλέον ποιητικό, με σκηνές υψηλότατου εικαστικού επιπέδου. Από το σημείο όπου η Young-Gun βρίσκεται εντός ενός πράσινου θαλάμου απομόνωσης (πράσινο – στοιχείο ξύλο – αποβολή μίσους) αρχίζει να επικοινωνεί ουσιαστικά με τον Il-Soon. Και ακόμα και αν βρίσκεται εντός του ιδρύματος καταφέρνει να «αποδράσει». Μπορεί το σώμα να παραμένει εγκλωβισμένο αλλά ο νους απελευθερώνεται και αρχίζει να τακτοποιεί τα πράγματα. Καταρχήν η σχέση με τη γιαγιά, με την οποία «συνομιλεί» θα βάλει τέλος στην απονενοημένη προσπάθεια επικοινωνίας μέσω της προαναφερθείσας ιδιότυπης συστοιχίας. Η γιαγιά μάλιστα, δεμένη σφιχτά με ένα ελαστικό σχοινί, εξακοντίζεται πίσω στο χωροχρονικό διηνεκές. Η φυσική της παρουσία δεν είναι απαραίτητη, η εγγονή θα πρέπει να αναπτύξει την ιδιότητά της στη μορφή του «εγγύς – νους»(2). Έτσι, με τη χρήση ενός παιδικού παιχνιδιού, η Young-Gun και o Il-Soon μπορούν πια να επικοινωνήσουν. Ο καθένας έχει θάψει τους όποιους λογαριασμούς με το παρελθόν, οι καρδιές και των δύο επικοινωνούν, άρα ο Έρως – Ροή έρχεται να αποκαταστήσει τη χαμένη Αρμονία.

Ο σκηνοθέτης, σαν Ασιάτης γνωρίζει ότι αυτές οι διαδικασίες είναι επίπονες και απαιτούν χρόνο, σε σχέση με το δυτικό τρόπο που πιστεύει ότι με τα χάπια μπορεί να λύνει τα προβλήματά του… Είναι συγκλονιστική η σκηνή όπου η Young-Gun, δεμένη ακόμα με τους ορούς, κρύβεται μέσα σε ένα μεγάλο ρολόι και ψέλνει τον πρώτο στίχο της Άγιας Νύχτας. «Άγια Νύχτα, Φώς γεμάτη…». Τι είδους νύχτα είναι αυτή που είναι γεμάτη φως; Και γιατί την προσμένει η ηρωΐδα μας; Μα, διότι αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε βαθιά είναι ότι από το σκοτάδι δεν μπορούμε να περάσουμε στο φως από τη μια στιγμή στην άλλη! Απαιτείται όλη η διαδικασία της ανατολής του Ηλίου. Η περίοδος που το στερέωμα αρχίζει να γίνεται ορατό στο ημίφως είναι αυτό που καθορίζει την πορεία! Αυτή η Αλήθεια υπάρχει κρυπτογραφημένη σε όλες τις παραδόσεις. Στην αρχαία Ελλάδα, ο Δίας έρχεται να μεταλαμπαδεύσει το Φως  τον Απόλλωνα. Όχι όμως απευθείας σε αυτόν! Μέσω της Άρτεμης, που κινείται στο λυκαυγές. (3)

Δεχόμενοι ότι η σχέση σκηνοθέτη-ηθοποιού αποκτά θεϊκή υπόσταση (μιας και ο πρώτος ορίζει τη μοίρα του δεύτερου, εκτός της φιλμικής δράσης), δεν θα ξεχάσει ένα εξίσου σημαντικό σημείο: οι ήρωές του, πριν τη τελική σεκάνς, έχουν μεν ισορροπήσει συναισθηματικά, πρέπει όμως και η ψυχή τους, μαζί με τη νόηση, να έχουν οπλιστεί κατάλληλα, πριν βγούνε «έξω». Μια δεύτερη «κατάδυση» είναι απαραίτητη και για τους δύο. Ο Il-Soon φοράει στη Young-Gun πράσινη μάσκα (πάλι στο στοιχείο ξύλο – που εδώ συμβολίζει την εγκαθίδρυση της Λογικής) και μετά το πέρας της διαδικασίας βλέπουμε και τους δύο να φέρουν από μια λάμπα προσαρμοσμένη στο κεφάλι τους,  για την ακρίβεια στο σημείο που βρίσκεται το περιβόητο «τρίτο μάτι». Το κανάλι έχει πλέον «ανοίξει» και συμπληρώνει το ιδιότυπο «ψυχοπαζλ», του οποίου τα κομμάτια είχαν απωλέσει επί μακρόν. Η σύνδεση αυτού του προ-τελευταίου τμήματος με το προγενέστερο τμήμα του έργου είναι εξαιρετικά σημαντικό. Ανατρέχοντας στον Τίμαιο του Πλάτωνα διαβάζουμε ότι η Ψυχή εγκαθίσταται στο σώμα σε δύο τμήματα. Το πρώτο, το θνητό τμήμα, μέσα στη θωρακική κοιλότητα και το δεύτερο, το αθάνατο, στο κεφάλι, συγκεκριμένα στην εγκεφαλική υπόφυση! Τα δύο αυτά τμήματα βρίσκονται σε συνεχή επαφή μεταξύ τους, μέσω του «ισθμού αυχένα», συνεπώς εάν κάποιο από τα δύο υπολειτουργεί, μοιραία θα παρασύρει και το άλλο.

Έτσι, ερχόμαστε στο τέλος, όπου οι δύο ήρωες έχουν βγεί στην ύπαιθρο, υπό βροχή. Χάνουν τη σκηνή τους και το φαγητό τους βρέχεται. Το μόνο που τους νοιάζει είναι να προστατέψουν το κρασί τους! Διότι, σε συμβολικό επίπεδο, το κρασί είναι ο φορέας της ζωτικής ενέργειας (ας θυμηθούμε το θεό Διόνυσο αλλά και τη φράση του Χριστού «εγώ ειμί η άμπελος», μιας και αυτές οι έννοιες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το θεϊκό στοιχείο). Εάν προφυλάξεις αυτή την ενέργεια, τότε οι όποιες απώλειες και συναισθηματικές διαταραχές απλά δεν θα σε επηρεάσουν.
Η τελική σκηνή, με την ανατολή και το ουράνιο τόξο σε πλήρη εξέλιξη είναι εμπνευσμένη από το έργο του φωτογράφου Ed nab der Elsken, είναι απλά συγκλονιστική, απαντώντας στο προαιώνιο ερώτημα, περί σκοπού της ζωής. Δεν την περιγράφω, διότι η οποιαδήποτε σχετική απόπειρα τελικά θα την αποδυναμώσει…

Συνολικά, ο Τσαν-Γουκ Παρκ, μαζί με τον συνσεναριογράφο Σέο-Γκιεόνγκ Τζεόνγκ και το διευθυντή φωτογραφίας Τζεόνγκ-Χουν  Τζεόνγκ, προσφέρανε μια ταινία απαράμιλλης ομορφιάς, με βαθύ νόημα και πανανθρώπινο μήνυμα. Χωρίς να απουσιάζουν και έμμεσα πολιτικά σχόλια (πχ το τραπέζι του πινγκ-πονγκ στιγμιαία αναπαριστά τη χωρισμένη κορεατική χερσόνησο, με το μπαλάκι να γράφει «Korea – Peace»), πραγματοποιεί κατάδυση σε ψυχές που υπό «κανονικές» συνθήκες τις πετάμε στα αζήτητα των ιδρυμάτων. Αλλά, σε δεύτερη ανάγνωση, αυτή η διαδικασία μάς αφορά όλους. Με τις κοινωνίες σε ανατολή και δύση να μοιάζουν ολοένα και περισσότερο σε Metropolis και 1984, η πρόταση του δημιουργού είναι ξεκάθαρη. Αποδέξου τον άλλον, ακόμα και αν λέει ότι είναι ένα cyborg!

I am a Cyborg, but that’s ok

Σκηνοθεσία: Τσαν-Γουκ Παρκ, Σενάριο: Τσαν-Γουκ Παρκ, Σέο-Γκιεόνγκ Τζεόνγκ, Δ/ση Φωτογραφίας: Τζεόνγκ-Χουν  Τζεόνγκ, Μουσική: Γιέονγκ-Γουκ Γιο, Ηθοποιοί: Σου-Τζεονκ Λιμ, Τζι Χουν «Rain» Τζουνγκ, Χιέ-Τζιν Τσόι, Γιόνγκ-Νγιέο Λι, Νταλ-Σου Ο
Παραγωγή: Moho Film, 2007, Νότια Κορέα

Γιάννης Καμαρινός

Σημειώσεις:
(1)    Ακόμα και η κορεατική γλώσσα διαθέτει πλήθος ελληνικών λέξεων. Το γεγονός εδώ είναι ότι η λέξη halmoni – αρμονία αποδίδεται στη γηραιά γυναίκα, ενδεχομένως σαν ύψιστο φόρο τιμής. Δεν κατέστη δυνατό να επαληθεύσω αυτή την υπόθεση, ωστόσο η υιοθέτησή της, με βοήθησε στην αποκρυπτογράφηση του έργου.
(2)    Η συγκεκριμένη ερμηνεία της λέξης εγγονός – εγγύς νους ανήκει στην Αλτάνη, εξηγώντας ότι υπάρχει άρρηκτη σχέση μεταξύ ανθρώπων που έχουν απόσταση δύο γενεών. Την ανέφερε πριν χρόνια σε τηλεοπτική εκπομπή και χλευάστηκε από κάτι εξυπνάκηδες… Ο Παρκ μάλλον θα συμφωνούσε μαζί της.
(3)    Για όσους ασχολούνται με την αστρολογία, η μετάβαση αυτή συμβολίζεται από την εναλλαγή του Ταύρου (Δία) στους Διδύμους (Άρτεμη-Απόλλωνας). Η ύπαρξη θηλυκού-αρσενικού μόνο τυχαία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Και στην ταινία, τη λύση βρίσκουν οι ήρωες μας, μόνο όταν αρχίζουν να λειτουργούν σαν ζεύγος.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.