Menu

Σε κάποιο early review της ταινίας είχα διαβάσει την άποψη του συντάκτη, ότι άνοιξε πλέον ο δρόμος για τον Anton Corbijn και σίγουρα το Control δεν θα είναι η πρώτη και τελευταία του ταινία μεγάλου μήκους. Δεν μπορώ να πω ότι δεν συμφωνώ. Ο Anton κατάφερε κι έφτιαξε μια πολύ όμορφη κι αρκετά λυρική κινηματογραφική ιστορία, που για λίγο μόνο δεν αγγίζει την απόλυτη κορυφή. Κι αν με ρωτούσε κάποιος τι είναι αυτό που λείπει, το πρώτο που θα ερχόταν στο μυαλό μου είναι το (λίγο παραπάνω) συναίσθημα. Αλλά ακόμα κι αυτό δεν είναι απολύτως αντικειμενικό, και στις περισσότερες των περιπτώσεων εξαρτάται και από την ίδια την συναισθηματική κατάσταση του εκάστοτε cine-viewer.

Όπως και να ’χει, η ταινία – στην τελική της μορφή λιγότερο «British» από ότι ήταν αρχικά, σύμφωνα με τα λεγόμενα του συμπαθούς Peter Hook μετά το τέλος της προβολής – αφήνει μια γλυκόπικρη, μελαγχολική και σχεδόν νοσταλγική γεύση, περιγράφοντας με αρκετές λεπτομέρειες την ιστορία όχι μόνο της κορυφαίας new wave μπάντας των late 70’s – early 80’s αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς. Δεν σας κρύβω ότι καθ’όλη τη διάρκειά της είχα επιδοθεί σε ένα παιχνίδι ανακάλυψης άλλων μουσικών και γενικότερα καλλιτεχνικών αναφορών και στοιχείων εκείνης της γενιάς, προσπαθώντας να ικανοποιήσω την ακόρεστη δίψα μου να ζήσω κι εγώ για λίγο – έστω κι έτσι – αυτά που λόγω ηλικίας δεν είχα καταφέρει όταν …διαδραματίζονταν σε …real time.

Οι ερμηνείες στο έργο είναι πραγματικά θαυμάσιες, με αυτή του Sam Riley (Ian Curtis) να ξεχωρίζει, ενώ εξίσου καλές είναι και της βραβευμένης με Oscar Samantha Morton (Deborah Curtis), και του Craig Parkinson (Tony Wilson) αλλά και των υπόλοιπων μελών, φίλων και συνεργατών του group. Πρόταση: Το «Control» θα βγει στις ελληνικές αίθουσες σύντομα. Περάστε το προηγούμενο απόγευμα με μια προσεχτική παρακολούθηση του (επίσης σπουδαίου) «24 Party People» (όπου παρεμπιπτόντως ο Sam Riley υποδύεται τον Mark E. Smith, τραγουδιστή των «The Fall») και θα έχετε ταξιδέψει με τον καλύτερο τρόπο σε μια εποχή που πολλοί νοσταλγούμε και μάλλον κανείς δεν θα ξαναζήσει παρόμοια…

Σύμφωνα με το πρόγραμμα ο Peter Hook θα εμφανιζόταν λίγο πριν την προβολή της ταινίας και δεν θα δεχόταν ερωτήσεις, με την δικαιολογία ότι η ταινία δεν είναι για κείνον αλλά για ένα ολόκληρο group, κι ακόμα περισσότερο για τον Ian Curtis. Τελικά η πτήση του καθυστέρησε, ο Hook μας τίμησε μετά το τέλος της ταινίας και απάντησε και σε πολλές ερωτήσεις! Αρκετά προσιτός και με έξυπνες και εύστοχες απαντήσεις, ανέδειξε (και μοιράστηκε με μας) κι εκείνος με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο κάποια από τα χρώματα εκείνης της εποχής.

Μέσα στ’άλλα φρόντισε να αποκλείσει με τον πιο απόλυτο τρόπο κάθε ενδεχόμενο επανασύνδεσης των New Order, έκανε humor για τις «περίεργες» καταστάσεις εκείνης της εποχής, εκθείασε την δουλειά του Corbijn, εξεδήλωσε την απογοήτευσή του για την κατάληξη του Ian Curtis (τονίζοντας ότι στην πραγματικότητα δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν) ενώ μίλησε και για την απόφαση των υπόλοιπων μελών να συνεχίσουν με διαφορετικό όνομα και μουσικούς προσανατολισμούς. Εξέφρασε την λύπη του για τον πρόσφατο θάνατο του φίλου του Tony Wilson, ενώ μίλησε και γενικότερα για τη ζωή ενός μουσικού που επί 30 χρόνια περίπου ταξιδεύει και προωθεί την μουσική του.

Στο τέλος υπέγραψε αυτόγραφα, φωτογραφήθηκε με fans κι έφυγε από την αίθουσα, αφήνοντας μας «μόνους» με κείνο το συναίσθημα και τη γλυκιά μελαγχολία της εποχής που αντιπροσώπευε, της εποχής που (περισσότερο – αν όχι μόνο) «αναδρομικά» μπορέσαμε εμείς οι μικρότεροι να ζήσουμε…

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.