Menu

Μπαίνοντας κάθε φορά σε μια κινηματογραφική αίθουσα, ειδικότερα όταν ο σκοπός μου είναι να δω μια ταινία που μου δίνει την σιγουριά ενός μικρού ταξιδιού στην πραγματικότητα, στην φαντασία, στην αλήθεια ή και στο ψέμα, οπουδήποτε, προσπαθώ να στήσω μια ατμόσφαιρα κατάλληλη ώστε να οδηγηθώ στα βάθη των χαρακτήρων και των εικόνων της . Είναι μια διαδικασία τηλεμεταφοράς σε ξένα μονοπάτια, η προετοιμασία για μια νέα οπτική συνθηκών που θεωρώ από πριν δεδομένες. Αυτή η διαδικασία εφαρμόζεται από μένα όμως σε ταινίες χωρίς όραμα, χωρίς διάθεση για αναζήτηση .Ο Aronofsky ευτυχώς δεν γυρνά τέτοιου είδους ταινίες. Η κινηματογραφική του οπτική με οδηγεί από μόνη της.  Δεν χρειάζομαι κανένα προσωπικό μπούσουλα, καμία προσταγή, καμία διάθεση. Δεν χρειάζομαι  τίποτα παραπάνω από το να έχω ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά για να εισχωρήσω στους κόσμους που αυτός αναπτύσσει . Η μόνωση της λογικής στις ταινίες του, απλώνει ένα συμπαγές πέπλο ονείρου γύρω μου, μερικές φορές και εφιάλτη γεμίζοντας τον εγκέφαλο μου με παράξενες «συναισθηματογενής» ουσίες, που ρέουν με την ένταση της απεγνωσμένης προσπάθειας ενός κεραυνού να ενώσει τα επί της γης με τα ουράνια. Το Fountain ήταν μια από αυτές τις ταινίες που μου πρόσφεραν ανοιχτόκαρδα την ευκαιρία να χαθώ, χωρίς τον φόβο του γυρισμού. Και αφού με άφησε να χαθώ με πήρε από το χέρι και με οδήγησε σε καταστάσεις συναισθηματικής έξαρσης, σε καταστάσεις που η πραγματικότητα φαντάζει μια κακοφτιαγμένη καρικατούρα.

Σε κάποια στιγμή της ταινίας, σχετικά στη αρχή, υπήρχε μια σκηνή όπου ο Hugh Jackman ως κονκισταδόρος  της βασίλισσας της Ισπανίας, έχει μια προσωπική συνάντηση μαζί της. Διασχίζοντας την σκοτεινή βασιλική αίθουσα, εκτός από πολλές σειρές συμπαγών κολονών, ο Jackman προσπερνά και εκατοντάδες κρεμαστά κεριά που παλεύουν να λαμπυρίσουν. Στο τέλος του διαδρόμου δεσπόζει ο θρόνος της βασίλισσας που φωτίζεται από ένα χρυσοκίτρινο νεκρό φως, ακριβώς ίδιο σε απόχρωση  με αυτό της φυσαλίδας που ταξιδεύει ο Jackman στο διάστημα .. Η αστρική αίθουσα και η αστρική σφαίρα, ένας διαπλανητικός, διαχρονικός καμβάς μπροστά στα μάτια μου. Εκεί ακριβώς ήταν που ένιωσα την ανάσα μου να επιβραδύνεται, συνειδητοποιώντας, ότι εκτός από τις μαγικές μεμονωμένες εικόνες το Fountain βρίσκει μια εξαιρετική φόρμουλα που ενώνει τρεις νοηματικά  παράλληλες ιστορίες με αχνά, μισοσβησμένα σύμβολα. Το υπερθέαμα αυτό δεν είναι ότι με άγγιξε μόνο από την οπτική του ομορφιά, το εντυπωσιακό ήταν πως οι εικόνες αυτές αποκτούσαν ζωή, αποκτούσαν χαρακτήρα. Αναμειγνύονταν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια αστείρευτη πηγή  συναισθημάτων που μου φούσκωναν συνεχώς το στήθος.

Μια κάτι παραπάνω από εξαιρετική ταινία με καμία δόση υπερβολής, μιας και ο ενθουσιασμός μου έχει σχεδόν ξεφτίσει από τότε που την είδα πρώτη φορά σε μια από τις, παραδόξως, ελάχιστες αίθουσες όπου προβλήθηκε. Πλέον (και μετά από μια δεύτερη πιο προσωπική προβολή σπίτι μου) η μιάμιση ώρα εμπειρίας ενός ρυθμικού βίαιου ήχου (όπως το απότομο χτύπημα μιας παχιάς  παλάμης σε μια ώριμη κολοκύθα) ριζωμένου μέσα στο στέρνο μου, έχει ωριμάσει. Μετατράπηκε σε μια αρμονική μελωδική ορχήστρα από απαλά βιολιά στο βάθος μιας τεράστιας βικτοριανής αίθουσας. Αυτή η απόδραση από τον ενθουσιασμό με έκανε να σκεφτώ λίγο παραπάνω και την φιλοσοφική διάσταση που προσπάθησε να δώσει ο Aronofsky στο Fountain, μια διάσταση που είχε προσπαθήσει να αγγίξει στο Pi, αλλά από μια τελείως διαφορετική σκοπιά, αυτή της λογικής .Στο Fountain, η λογική παραμερίζεται μπροστά στον μπαμπούλα του θανάτου. Την θέση της παίρνει ο απόλυτος αέναος έρωτας .Οι αριθμοί σβήνονται και  την θέση τους στο θρόνο της αιωνιότητας παίρνει ο άνθρωπος, παίρνοντας και εμένα μαζί. Σαν απλό ανθρωπάκος λατρεύω τον τζόγο της θεωρίας και όχι την λογικότητα της απόδειξης.

Αυτές οι τρεις καταστάσεις, του έρωτα, του θανάτου και της αιωνιότητας, ταξιδεύουν μαζί με τον Tom (Hugh Jackman) σε τρεις φαινομενικά διαφορετικές ιστορίες. Ο πυρήνας αυτών διαδραματίζεται στην σημερινή εποχή, όπου ο Tom σαν ερευνητής είναι μέλος μιας επιστημονικής ομάδας που προσπαθεί να βρει θεραπεία σε ογκολογικές παθήσεις του εγκεφάλου. Η δουλειά τους όμως μετατρέπεται σε ένα προσωπικό στοίχημα  για αυτόν, αφού η γυναίκα του Izzi (Rachel Weisz) αργοπεθαίνει από την ασθένεια που ο ίδιος εργάζεται να θεραπεύσει. Παράλληλα, η Izzi ξοδεύει τις τελευταίες της τζούρες ζωής με βαθιές διψασμένες αναπνοές ψάχνοντας ένα τέλος στην νουβέλα της για έναν κονκισταδόρο (Hugh Jackman) που ταξιδεύει για χάρη της βασίλισσας του (Rachel Weisz) στις μακρινές αποικίες της λατινικής Αμερικής σε αναζήτηση του Δέντρου της Ζωής. Τέλος η τρίτη ιστορία ζει στην ατμόσφαιρα μιας μικρής σφαίρας μαζί με τον Tom και το Δέντρο της ζωής (ουσιαστικά στο παρόν της ταινίας), κάπου βαθιά μέσα στην απεραντοσύνη της μοναξιάς του σύμπαντος.

Αυτές οι στιγμές μοναξιάς μέσα σε εκείνη την σφαίρα ήταν που μου ελευθέρωναν το μυαλό από τα δεσμά που είχε δέσει αυτή η ταινία στην καρδιά μου με το ρυθμικό της τέμπο. Μέσα σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα προσπαθούσα να εξηγήσω τα σύμβολα, να κάνω τις σωστές ερωτήσεις ,που θα με οδηγούσαν στην ευχάριστη οδό της ταινίας. Σε αυτές τις ακαριαίες στιγμές ένωνα τα κομμάτια του παζλ των συμβολισμών του Fountain. Τόσα πολλά κομμάτια ….Ακόμα και τώρα που γράφω βρίσκω καινούργια μονοπάτια που δεν είχα παρατηρήσει πριν. Εκεί βρίσκονται και άλλα παζλ και μέσα σε αυτά είναι ζωγραφισμένοι και άλλοι συμβολισμοί και ….και …και….όλα σε ένα σταθερό ρυθμό. Οι τρεις εποχές, τα τρία δέντρα, οι τρεις  ήρωες, η σφαίρα του μέλλοντος, η τριγωνικότητα του παρελθόντος και η παραλληλότητα του σήμερα,  το φως, το σκοτάδι η ομίχλη, ο Tom, η Izzi,ο έρωτας… η Izzi,ο Tom, ο θάνατος. Όλα χορεύουν γύρω από μια κοινή συνισταμένη…το επαναλαμβανόμενο τικ- τακ της καρδιάς μου που προσπαθεί να ρίξει ρυθμούς. Τα λίγα δευτερόλεπτα μάλλον πέρασαν και ξαναμπήκα σε τροχιά, αλλά αυτός ο μικρός χρόνος που μου δόθηκε από τον σκηνοθέτη ανανέωσε την ενέργεια μου και την φρέσκαρε σαν συγχορδία μιας κιθάρας μετά από το σόλο του ντράμερ.
Βέβαια, ο ρυθμός αυτός υπήρχε και στις προηγούμενες του ταινίες, οπότε ήταν κάτι που έπρεπε να περιμένω και το περίμενα .Δυστυχώς δεν κέρδισα απολύτως τίποτα με αυτή την προσμονή, γιατί ο Aronofsky αυτή τη φορά άδειος από τον ακραίο παιδικό ενθουσιασμό του Pi, και τη μάταιη αναζήτηση της πραγματικότητας του Requiem for a Dream, δεν χρησιμοποιεί το τριπαρισμένο, μέχρι τώρα, τρόπο του στο μοντάζ, αλλά ενώνει κάθε σκηνή με την επόμενη μέσα από την εικόνα, την αφήγηση και την μουσική. Σαν μια κινηματογραφική ομοιοκαταληξία. Κάτι εντελώς καινούργιο. Ένα υπερθέαμα. Μια τεχνική εξίσου σοκαριστική με την προηγούμενη χωρίς όμως αυτή τη φορά την μυρωδιά της αποσύνθεσης αλλά με όπλο τα δάκρυα χαράς της δημιουργίας. Τρεις ξεχωριστές ιστορίες για τον έρωτα, (ακόμα και σαν εικόνα, αφήγηση, και μουσική ξεχωριστά) που θα ήταν άλλο ένα μελαγχολικό μελόδραμα, απορροφούν από το μοντάζ μια ροδαλή οικειότητα μετατρέποντας το δράμα σε μια προσωπική μυστικιστική τελετουργία εξομολόγησης. Μια ατμόσφαιρα,που αναδύεται μέσα από στενά, κλειστοφοβικά πλάνα, σαν σκόρπιες αναμνήσεις από ένα όνειρο που πρέπει οπωσδήποτε να θυμηθώ να το μοιραστώ με κάποιον .Πως άλλωστε να μην υπάρχει αυτή η οικεία και ονειρική ατμόσφαιρα στο Fountain όταν ο σχεδιασμός της γίνεται εδώ και χρόνια από τον Aronofsky.

Το σχέδιο του ήταν μια ταινία επιστημονικής φαντασίας που θα ξέφευγε από τα στεγανά της τεχνολογικής εξέλιξης και θα εκφραζόταν με πυρήνα την φιλοσοφική διάθεση. Μάλον τα κατάφερε(!). Στο σχέδιο επίσης ήταν και οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι να παιχτούν από τον Brad Pit και την Kate Blanchet. Πλάνο που απέτυχε αυτή τη φορά, αφού οι δυο ηθοποιοί  προτίμησαν να ακολουθήσουν  άλλους ρόλους που τους είχαν προταθεί. Δεν ξέρω πως θα ήταν  το Fountain με αυτούς τους δυο, αλλά δεν με πολυενδιαφέρει πραγματικά αυτή η σύγκριση, αφού το ζευγάρι Jackman –Weisz τα κατάφερε περίφημα. Οι δυο τους κατάφεραν να αποστειρώσουν τα κλισέ ενός κινηματογραφικά ερωτευμένου ζευγαριού, αφήνοντας να τους λούζει ένα απόσταγμα από αγνά και ειλικρινή αισθήματα. Η Weisz χωρίς ουσιαστικά να πρωταγωνιστεί, αφού στο παρόν(της ταινίας) εμφανίζεται σαν ανάμνηση στον Tom, δίνει μια πολύ ουσιώδη παράσταση. Παίζει το ρόλο της ετοιμοθάνατης, χωρίς όμως να σε γεμίζει με θλίψη και να σου προκαλεί οίκτο.

Αντιμετωπίζει τον θάνατο με αντρική ρώμη και θάρρος παλιομοδίτικης ώριμης γυναίκας, κρύβοντας μια μελαγχολική κοριτσίστικη αισιοδοξία στο πανέμορφο, μωρουδίστικο, πρόσωπο της. Από την άλλη ο Jackman είναι καθηλωτικός. Στον ρόλο του στο Prestige είδα έναν ηθοποιό που απλά προσπαθεί πολύ, χωρίς να έχει αυτό το κάτι που θα σε κρεμάσει από τα χείλη του. Στο Fountain, απρόσμενα, δίνει μια παράσταση μοναδική. Κάνει μια εκ βαθών  εξομολόγηση . Ειδικότερα στις σκηνές του παρόντος που χάνει το αυστηρό ύφος του προστάτη των άλλων δυο ιστοριών, ο Jackman ενσαρκώνει –με όλη την έννοια της σάρκας- έναν άνθρωπο παρασυρμένο από την απελπισία με το πιο ευαίσθητο τρόπο . Το κουρασμένο καραφλό κεφάλι του, το καχεκτικό ύφος του, η πλαστικότητα  των κινήσεων του, τα θλιμμένα ορθάνοιχτα μάτια του, τα κυκλικά τατουάζ στο σώμα του,  οι άσπρες πιτζάμες που παραπέμπουν σε νοσοκομείου (ή φυλακών;), όλα αυτά σε συνδυασμό με το κλειστοφοβικό περιβάλλον της φυσαλίδας, σκιαγραφούν ολοκάθαρα την παράνοια μιας χαμένης ψυχής στην άβυσσο της αναζήτησης νοήματος. Εκπληκτική ερμηνεία….

Γιατί λοιπόν να μπω σε μια διαδικασία σύγκρισης του πως μπορεί να ήταν το Fountain όταν το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι ο χρόνος που δόθηκε, έστω και απρόσμενα σχεδόν ακατανόητα, από την παραγωγή στον Aronofsky του βγήκε σε καλό ωριμάζοντας το όραμα του και γεννώντας μια άκρως αισθαντική, διεισδυτική ταινία; Πως να μπω σε μια τέτοια διαδικασία βλέποντας, και κυρίως ζώντας την ωρίμανση ενός άγουρου ταλέντου σε ποιητή,  ζωγράφο, μαέστρο(!), σε ένα ολοκληρωμένο καλλιτέχνη με πλούσιες αναζητήσεις και πάντα ένα κεντρικό νεανικό όραμα; Πως να μην ωριμάσω μαζί του;

Μετά από αυτή την ταινία νιώθω μια περηφάνια για τον Aronofsky σε τελείως προσωπικό επίπεδο. Τον νιώθω σαν ένα πολύ έμπιστο φίλο, που στις συναντήσεις μας δεν πολυδιασκεδάζουμε, πάντα όμως όταν φεύγει νιώθω γεμάτος, νιώθω πλήρης. Δεν νιώθω περήφανος επειδή οι ταινίες του μου αρέσουν ή επειδή είναι αριστουργήματα (που είναι) αλλά γιατί μια από αυτές με έχει οδηγήσει σε ένα μονοπάτι που μέχρι τότε μου ήταν τελείως άγνωστο. Ήμουν και μικρός τότε, στην προβολή του Requiem for a dream, στο Odeon της πανεπιστημίου, όταν αντί να πάμε στο Memento που οι φήμες για αυτήν φανέρωναν μια πολύ καλή ταινία, εξαιτίας ενός λάθους στα εισιτήρια (και ενός ηλίθιου φίλου μου, που μετά τον ευγνωμονούσα ) καταλήξαμε στο Requiem. Ο εκνευρισμός μου ήταν τεράστιος. Ευτυχώς ο Clint Mansel ξέρει πολύ καλά πως να σε ηρεμεί και να σε ταξιδεύει με μια μελωδία . Έτσι καβάλησα και εγώ τα βιολιά του και χάθηκα σε εκείνο το συνταρακτικό ρέκβιεμ που είχε συνθέσει μαζί με τον Aronofsky. Όταν βγήκα από την  αίθουσα, εκτός από την έντονη συγκίνηση και την ανεβασμένη αδρεναλίνη, το μυαλό μου κόντευε να εκραγεί. Δεν μπορούσα να μιλήσω, να σκεφτώ, να συγκεντρωθώ στις απλές ενστικτώδης ανάγκες του οργανισμού μου. Ήταν λες και είχα πάρει ψυχότροπα και με παρατήσαν στην μέση της Ερμού Σάββατο πρωί. [ Αντίθετα στην έξοδο μου από το Fountain, παρά την διάχυτη μελαγχολία, το μόνο που ήθελα ήταν να μιλήσω, να συζητήσω για πράγματα που δεν αφορούσαν αυτή καθαυτή την ταινία, αλλά για τα πάντα, να μοιραστώ. Περίμενα ότι θα είμαι ο μόνος που θα βρίσκομαι σε αυτή την κατάσταση. Την ίδια όμως διάθεση είχαν και οι υπόλοιποι γύρω μου, άγνωστοι και φίλοι. Όλοι μιλούσαν ακατάπαυστα. Δεν είδα ούτε μια θλιμμένη φάτσα να βγαίνει από την αίθουσα μετά από μια τόσο (καμουφλαρισμένα) καταθλιπτική ταινία. Παραξενεύτηκα.] Εκεί, τελικά, κατάλαβα την δύναμη που έχει ο κινηματογράφος πάνω στους ανθρώπους. Πόσο εύκολα μπορεί να σε χειραγωγήσει και να σε βυθίσει ο κάθε δημιουργός στα άδυτα του μυαλού του. Νομίζω ότι εκτός από την δύναμη αυτή που άσκησε πάνω μου αυτός ο σκηνοθέτης, όσο αναφορά τον ψυχικό μου κόσμο με το Requiem, άλλο τόσο με επηρέασε με το Fountain στον τρόπο που σκέφτομαι. Πλέον οι παράλληλες λογικές μας(όπως τις είχα φανταστεί πριν το Fountain),έγιναν μια λογική συντονισμένη ευθεία. Ο εκνευρισμός (της νεανικής ενέργειας του Requiem)  μέσα μου άρχισε να φοβάται και κάποτε έφυγε και άφησε την θέση του σε μια γαλήνια ρομαντική μελαγχολία(της ερωτικής φιλοσοφίας του Fountain) που πραγματικά λατρεύω. Δεν μπόρεσε να μου αλλάξει την ζωή, αλλά τουλάχιστον μου άνοιξε ένα μικρό μυστικό παράθυρο για να φωτίζει τις σκέψεις μου.

Νομίζω ότι αυτή η ταινία, εκτός της ταπεινής περηφάνιας μου για αυτήν, αδιαφορεί για τα κουραστικά σκαλιά και ανεβαίνει τον ουρανοξύστη του κινηματογράφου με φυτρωμένο ένα ζευγάρι φτερά στην πλάτη. Αφήνει πίσω το κουκούλι της  και μετατρέπεται σε μια  χρωματιστή πεταλούδα. Πριν από αυτή την ταινία ο Aronofsky ήταν ένας new age εκκεντρικός σκηνοθέτης . Πλέον δείχνει ότι είναι ικανός, από μόνος του, να δραστηριοποιήσει και άλλους σκηνοθέτες προς το δικό του όραμα κάνοντας τα κόκαλα του Κubrick να τρίζουν από ζήλια.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.