Menu

Η μουσική βιομηχανία τα έχει βρει σκούρα. Γνωστό αυτό. Προσπαθώ να φτιάξω μια εικόνα στο μυαλό μου, με στελέχη πολυεθνικών εταιριών που μάλλον έχουν μετανιώσει για την προ εικοσαετίας απόφασή τους να πετάξουν τους δίσκους βινυλλίου στα σκουπίδια της μουσικής (και όχι μόνο) ιστορίας και να λανσάρουν τον ψηφιακό συμπαγή δίσκο, ή αλλιώς compact disc. Διότι λίγα χρόνια αργότερα, η πληροφορική και η εξέλιξη της τεχνολογίας θα έριχνε το πρώτο …τάκλιν στον πανίσχυρο αυτό τομέα. Αρχικά προορισμένα για επαγγελματικές εφαρμογές, αλλά πολύ σύντομα για όλους,  τα CD-Recorders αποτέλεσαν το σύμβολο φετίχ των απανταχού μουσικόφιλων, πέραν των λοιπών hackers, αρχειολάγνων κάθε λογής κτλ. Στο άρθρο μας απασχολεί η μουσική, οπότε συνεχίζω με αυτή. Με τα CD-R λοιπόν, ξεκίνησε ο κόσμος που κατέθετε σε τακτικά χρονικά διαστήματα χρηματικά ποσά, να παίρνει την εκδίκησή του. Οι αντιγραφές των ασημί δίσκων έδιναν και έπαιρναν. Η ηχητική απόδοση υποχωρούσε (λιγότερο στις μεμονωμένες συσκευές, αισθητά περισσότερο στους υπολογιστές), αλλά ποιος νοιαζόταν (εκτός του «κόσμου» των απανταχού audiophiles), όταν με κόστος ελάχιστο μπορούσες να αποκτήσεις «προϊόν» που πωλείτο σε ακριβή τιμή; Και στην Ελλάδα, ακόμη ακριβότερη από την υπόλοιπη Ευρώπη;

Οι εταιρίες προσπάθησαν να βρουν λύσεις, να πληρώνονται τουλάχιστον κάποια δικαιώματα, κτλ. Κατάλαβαν όμως ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Το ερώτημα ήταν, εκεί στα τέλη του ’90 πλέον, πόσο μεγάλο θα ήταν το ποτάμι που ακουγόταν να κατεβαίνει. Θυμάμαι, τότε γύρω στο 1998-99, δούλευα ως συντάκτης στο περιοδικό Ήχος. Το θέμα μας απασχολούσε, αφενός τεχνολογικά (οι συσκευές CD-R αποτελούσαν αντικείμενο συζήτησης και ..λατρείας, με τις εταιρίες να πληρώνουν υπέρογκα ποσά σε διαφήμιση) αφ’εταίρου λαμβάναμε μηνύματα από δισκογραφικές εταιρίες και καλλιτέχνες ότι «οι πωλήσεις πέφτουν». Οι παράνομες κόπιες έκαναν ήδη δυναμική εμφάνιση (οι πρώτοι δίσκοι μάλιστα ήταν κανονικοί, από glass master, σε εργοστάσια της Βουλγαρίας, με καταπληκτική ηχητική απόδοση!) και οι δισκοθήκες …αναπαραγόντουσαν με ρυθμό που θα ζήλευε και θεοφοβούμενη κουνέλα!

Μια μέρα ήρθε και μας βρήκε ένας συνάδελφος, «πληροφορικάριος», από το αντίστοιχο τμήμα. Μας ρώτησε: «πόσα τραγούδια πρέπει να έχει μια δισκοθήκη για να θεωρείται μεγάλη;». Η ερώτηση μας ξένισε, καθώς οι δισκοθήκες μετριούνται σε δίσκους. Κάναμε μια πρόχειρη αναγωγή, λέγοντας ότι τουλάχιστον 20.000 τραγούδια. Λίγες ημέρες αργότερα ήρθε περιχαρής και μας ανακοίνωσε ότι «έσπασε» το όριο των 20.000 τραγουδιών, άρα μπορεί να αισθάνεται εξ’ίσου περήφανος με έναν παραδοσιακό μουσικόφιλο! Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε, εν έτη 2007 πλέον, ότι ο ευτυχής συνάδελφος είχε ανακαλύψει τον μαγικό κόσμο του .mp3 και του δωρεάν «downloading». Η επανάσταση είχε ούτως ή άλλως ξεκινήσει, χωρίς «εμάς». Στο «εμάς» περιλαμβάνω τις δισκογραφικές εταιρίες, τους μουσικούς/δημιουργούς, τους μουσικοκριτικούς, τους κατασκευαστές συσκευών αναπαραγωγής ήχου και τους φιλόμουσους κάθε είδους… Οι «κομπιουτεράδες» κατέβαζαν με μανία ότι αρχείο .mp3 βρισκόταν μπροστά τους, στις πλατφόρμες ανταλλαγής που ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια, προκαλώντας τον μεγαλύτερο σεισμό στην ιστορία της μουσικής, από τότε που ο Έντισον «έξυσε» με μια μεταλλική ακίδα έναν κέρινο κύλινδρο. Η μουσική δημιουργία ήταν ελεύθερη, τσάμπα (ναι, τσάμπα, έτσι απενοχοποιημένα, διότι η ιστορία αυτή έχει πολλές πλευρές…) και το κυριότερο, δεν απαιτούσε ακριβή υποδομή: ένα τερματικό και μια σύνδεση στο internet ήταν αρκετή! Έτσι, το «προϊόν» έγινε «αρχείο» και μάλιστα δημοκρατικότατα διαχειριζόμενο! Ακολούθησαν διάφορα ευτράπελα, λίγο-πολύ γνωστά: δίκες και καταδίκες των εμπνευστών των πρώτων πλατφόρμων, έφοδοι του FBI σε πανεπιστήμια των HΠΑ, συλλήψεις DJs στην Ευρώπη, «μπλοκάρισμα» των σχετικών δικτυακών τόπων στην Ασία κοκ.

Το .mp3 όμως ήρθε για να μείνει και τώρα έχουμε πια εισέλθει σε μια (ίσως όχι και τόσο) μακρά περίοδο ανακατατάξεων, στην έξοδο της οποίας η μουσική βιομηχανία δεν θα είναι ίδια. Το για ποιόν και υπό ποιες συνθήκες, θα είναι καλύτερα τα πράγματα, θα εξετάσουμε ευθύς αμέσως.

Α) Οι  πολυεθνικές δισκογραφικές εταιρίες.

Οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες δέχθηκαν το πρώτο και άμεσο κτύπημα. Σπασμωδικές κινήσεις που κατέληξαν σε τραμπουκισμούς κάθε είδους, έκαναν ζημιά στην εικόνα τους. Τα εκατομμύρια δολαρίων (και ευρώ, και γεν) που έχαναν και εξακολουθούν να χάνουν, είναι η αιτία των ανακατατάξεων. Και επειδή, είναι καλύτερα τον εχθρό σου, όταν δεν μπορείς να τον κερδίσεις να τον κάνεις φίλο σου, αλλάζει θεαματικά και η ταχτική τους. Νόμιμες πλατφόρμες, όπου ο χρήστης αγοράζει ολόκληρό τον δίσκο ή μόνο τα κομμάτια της επιλογής του, οι συσκευές τύπου iPod αποτελούν πλέον εκ των ων ουκ άνευ στον «εξοπλισμό της καθημερινότητας» πολύ κόσμου αλλά και επαναφορά των singles, που είχαν κριθεί ασύμφορα οικονομικά, πρίν ξεκινήσει όλη αυτή η ιστορία. Είναι ενδεικτικό ότι σε σχετική αναφορά των New York Times, τα CD έχουν ήδη χάσει από πέρυσι την πρωτιά σε πωλήσεις άλμπουμ (έναντι νόμιμων οδών, όπως του iTunes) ενώ πρίν το πρώτο μισό του τρέχοντος έτους, η αγορά .mp3singles έναντι ολόκληρων των .mp3 άλμπουμ είναι 19:1! Με δεδομένο ότι δεν είναι δυνατή η καταπολέμηση της πειρατείας, οι εταιρίες ελαχιστοποιούν το κόστος παραγωγής και διανομής (όχι αναγκαστικά και της διαφήμισης…), αλλάζουν όμως και τη σχέση τους με τους μουσικούς. Ένα συγκρότημα τώρα θα πρέπει να κάνει καλές ψηφιακές πωλήσεις σε ένα, δύο ή τρία το πολύ τραγούδια, ειδάλλως θα δει την «πόρτα» της εξόδου πάραυτα. Θα εξετάσουμε παρακάτω την παράμετρο αυτή.

Β) Ανεξάρτητες και ειδικευμένες δισκογραφικές εταιρίες.

Άργησε να τους πάρει η μπάλα, αλλά τώρα τρέχουν και δεν φτάνουν∙ να… βάζουν λουκέτα! Αρχικά, το .mp3 αποτέλεσε το καταφύγιο των «κομπιουτεράδων», οπότε κανένας σοβαρός μουσικόφιλος δεν ασχολήθηκε μαζί του. Ούτως ή άλλως, τα εμπορικά τραγούδια ήταν αυτά που αναζητούσαν οι περισσότεροι, σε σχέση με το κοινό που ψάχνει πιο σοβαρή μουσική να ακούσει και που έχει συναισθηματικό δέσιμο με τους ασημί και μαύρους δίσκους. Όμως, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ομαλά. Ομαλά για αυτές τις εταιρίες, διότι κατά τα άλλα μια χαρά εφαρμόζονται οι νόμοι της διαλεκτικής! Το πρόβλημα εδώ είναι λίγο διαφορετικό: από τη στιγμή που οι υπολογιστές εισχωρούν ολοένα και πιο βαθιά στη ζωή μας, είναι δύσκολο να μην μπει κάποιος στον πειρασμό να «κατεβάσει» ένα άλμπουμ δωρεάν. Οι «μεσαίες» και «μικρές» εταιρίες, οι ανεξάρτητες και ειδικευμένου ρεπερτορίου, αναγκαστικά πουλάνε ακριβότερα, έχουν πιο περιορισμένη διανομή και βασίζονται σε επιλεκτικό κοινό. Χάνοντας έστω και μέρος αυτού του κοινού, βλέπουν το τέλος τους να έρχεται. Ευτυχώς, όχι όλες. Εταιρίες με ισχυρές βάσεις φαίνεται ότι όχι μόνο αντέχουν στη λαίλαπα του .mp3, αλλά κερδίζουν και έδαφος έναντι της καταστάσεως. Οι «ηλεκτρονικές» είναι αυτές που αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα, μιας και απευθύνονται σε κοινό που έχει ούτως ή άλλως στενότερη επαφή με τους Η/Υ.

Το underground όμως είναι αυτό που παίρνει την εκδίκησή του! Η κουλτούρα που θέλει τη μουσική και την τέχνη γενικότερα, απαλλαγμένη από τους «νταβατζήδες» και τους «μεσάζοντες», έχει δημιουργήσει το δικό της κύκλο. Αυτοργανωμένα label και μεμονωμένα οι ίδιοι οι δημιουργοί, ξεκινώντας παλαιότερα με το ταπεινό κασετόφωνο, συνεχίζοντας με το CD-R (αλλά και τις περιορισμένες κοπές σε CD και βινύλlιο), φαίνεται ότι βρίσκουν σε μεγάλο ποσοστό στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τον κατάλληλο τρόπο διακίνησης. Το εκρηκτικό φαινόμενο «MySpace.com», αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα του πώς το διαδίκτυο φέρνει πιο κοντά ανήσυχους δημιουργούς, ανεξάρτητα labels και ακροατές (έστω τους ακροατές του .mp3). Αλλά και το καναδέζικο νεοσύστατο net-label Xynthetic.com, κατάφερε να προσελκύσει ακροατές των electro ιδιωμάτων, προσφέροντας δωρεάν, τις δικές του προσεγμένες παραγωγές.

Είναι φανερό, ότι η νέα εποχή επιφυλάσσει και ευχάριστες εκπλήξεις, διεκδικώντας μάλιστα και μεγαλύτερο μερίδιο από την «πίτα». Το .mp3 όμως, σαν ηχητική απόδοση παραμένει φτωχό και η διαδικασία ακρόασης και «κατεβάσματος» παραπέμπει πολλούς συνειδητοποιημένους ακροατές ευθέως στα ταχυφαγεία και τα multiplex σινεμά…

Γ) Η μουσική και οι μουσικοί

Μέχρι στιγμής έχουμε ασχοληθεί με την διάθεση και τη διακίνηση της μουσικής και όχι με τη μουσική, αυτή κάθε αυτή. Είναι πολλοί οι αναλυτές που υποστηρίζουν ότι η μουσική, σαν μορφή τέχνης, έχει ήδη ξεκινήσει να υποβιβάζεται στην συνείδηση του κόσμου. Ακούγεται παντού, σαν «μοκέτα» του ηχητικού μας περιβάλλοντος. Γίνεται όλο και πιο εύκολο να την αποκτήσεις, φθηνότερα μέσω νόμιμου «κατεβάσματος», «τζάμπα» μέσω του παράνομου. Άρα, ο ακροατής δεν έχει την ευκαιρία να προσηλωθεί σε ένα έργο. Το εξετάζει αποσπασματικά και ωθείται να «κατεβάζει» αρχεία. Εξαφανίζεται λοιπόν αυτή η περιβόητη ιεροτελεστία, που ξεκίναγε από το δισκάδικο και κατέληγε στο στερεοφωνικό σύστημα. Και αντίστοιχα, ένας δημιουργός θα κρίνεται από τα «κλίκ» των χρηστών του διαδυκτίου. Άρα, παραγωγές ακόμα πιο εύπεπτες, προσαρμοσμένες στην κακή ηχητική ποιότητα του απωλεστικού αλγόριθμου και των ασθενών ηχητικών επιδόσεων των υπολογιστών (φθηνές κάρτες ήχου, πλαστικά ηχειάκια πάνω στο γραφείο κτλ). Χμ, το σκηνικό θα μπορούσε να παραπέμπει στην απαρχή της εποχής «Demolition Man», όπου η μουσική είχε αντικατασταθεί από σύντομα ηχητικά jingles.

Από την άλλη, υπάρχουν ήδη αμέτρητοι πολλοί νικητές. Αναφέρομαι, σε συνέχεια της παραγράφου «Β», στους μουσικούς που μπορούν πλέον να εκθέσουν τις δημιουργίες τους και να τις διανέμουν ανέξοδα σε όλο τον πλανήτη. Έστω και χωρίς να υπολογίζουν σε έσοδα. Μήπως όμως και αυτή η νίκη, ωφελεί μεν ένα σωρό δημιουργικούς ανθρώπους αλλά αποδειχθεί «Πύρρειος»; Διότι, οφείλω να συμμεριστώ την αγωνία παραγόντων, από διαφορετικά πόστα, που θεωρούν ότι όλη αυτή η «συμμάζωξη» μουσικής, δεν επιτρέπει ένα πρώτο, ικανό φιλτράρισμα, που θα υποχρέωνε τους μουσικούς να αγωνίζονται για βελτίωση τόσο των δικών τους επιδόσεων όσο και των παραγωγών τους. Αφού όλα θα μετριόνται με τον αριθμό των «download», τότε η συνεχής τροφοδότηση με νέο υλικό εκ μέρους τους δημιουργού θα αποκτήσει μεγαλύτερη αξία από την ποιότητα του υλικού. Και αυτό ισχύει εν πολλοίς σήμερα με το εμπορικό σκέλος της μουσικής βιομηχανίας, ίσως όμως έχει ήδη αρχίσει να παρασέρνει και το underground.

Το να κατηγορήσει κάποιος όλη αυτή την κατάσταση, είναι εύκολο, ασφαλές και ανέξοδο. Μπορεί όμως να την εμποδίσει; Και γιατί να το πράξει αυτό, μιας και είδαμε ότι υπάρχουν και κάποιες θετικές πλευρές; Ας μην γελιόμαστε, το ποτάμι είναι ορμητικό και όπως είναι γνωστό, δεν γυρίζει πίσω. Για τα κέρδη των πολυεθνικών εταιριών και τα τζιμάνια που επί μισόν και πλέον αιώνα κερδοσκόπησαν σε βάρος της μουσικής, των δημιουργών και ημών των ακροατών, δεν πρέπει να μας καίγεται καρφί. Για όλους τους άλλους όμως, εάν δεν βρουν τη θέση τους στην νέα κατάσταση, τα πράγματα θα εξελιχθούν άσχημα για όλους μας. Είμαι αισιόδοξος, διότι στη Φύση και στη Διαλεκτική δεν αρέσουν τα κενά. Όσοι αναζητούμε καλή μουσική θα τη βρίσκουμε. Όσοι αναζητούμε ηχητική αρτιότητα, επίσης θα μπορούμε να την απολαμβάνουμε. Οι μουσικοί θα μπορούν πιο εύκολα να φθάσουν στο ακροατήριό τους, άσχετα εάν αυτό θα είναι διασκορπισμένο σε όλη την οικουμένη. Και συναυλίες θα εξακολουθήσουν να γίνονται.

Αυτό που με ανησυχεί είναι άλλο. Έχοντας παρακολουθήσει το πώς ο κόσμος ωθείται στην αποκοπή της φύσης του, τολμώ να συμπεριλάβω τον εαυτό μου σε αυτούς που αναφέρουν ότι ο ευτελισμός της μουσικής αλλά και η συνολική υποβάθμιση του ήχου που θα φθάνει στα αυτιά μας, θα έρθει να προστεθεί σαν ένα ακόμα κομμάτι ενός πολύ περίεργου πάζλ. Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων, έχει ξεχάσει τι σημαίνει φυσικό έδαφος. Τι σημαίνει ελεύθερος, αδόμητος χώρος. Τι σημαίνει ορίζοντας και καθαρός αέρας. Βλέπει το δάσος και ονειρεύεται την μεζονέτα του (δεν ξέρω για αλλού, αλλά στην Ελλάδα από αυτό και αν υποφέρουμε!!!). Καταναλώνει φαγητό, εν πολλοίς τεχνητά δημιουργημένο, με συστατικά που βλάπτουν την υγεία του. Κλείνεται όλο και περισσότερο σπίτι του, για διάφορους λόγους και όταν βγαίνει από αυτό, θεωρεί δεδομένο ότι πρέπει να ξοδέψει χρήματα και να συμπιεστεί με αμέτρητους άλλους, με τους οποίους δεν θα αλλάξει ούτε μια κουβέντα. Τα τεράστια εμπορικά κέντρα, που τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνισή τους και στην Ελλάδα, αποτελούν σημείο αναφοράς, πολλές φορές με άξονα την λαϊκότερη μορφή τέχνης, τον κινηματογράφο. Αν και το θέμα θα απαιτούσε ακόμα ένα άρθρο, εν τούτοις δεν μπορώ παρά να μην αναφέρω την αηδία μου κάθε φόρα που ακούω ή διαβάζω τις διαφημίσεις. Blockbusters, «shopping», «ποιοτικό fast food», χαμογελαστά πρόσωπα νεόπλουτων μικροαστών οικογενειαρχών στις φωτογραφίες και τα διαφημιστικά σπότ… Η μουσική βιομηχανία, με τη σειρά της, μετά τις κολοσσιαίες σε όγκο και κόστος παγκόσμιες περιοδείες και τα εκατομμύρια πωλήσεων, ακολουθεί στρατηγική διατήρησης κεκτημένων που υποβαθμίζουν την πλέον αρχέγονη αισθητική αναζήτηση του ανθρώπινου είδους: την μουσική. Και με θλίβει το γεγονός ότι υπάρχουν νέοι άνθρωποι που δεν έχουν ακούσει μουσική από βινύλλιο, από ένα σοβαρό ηχητικό σύστημα, προκειμένου να βιώσουν το τι μπορεί να προσφέρει μια τέτοια εμπειρία. Μήπως σιγά-σιγά όλο και λιγότεροι θα ασχολούνται και με την εκμάθηση (και τη σκληρή μελέτη) που απαιτεί η μουσική;

Θα κλείσω με δύο συνοπτικές αναφορές, αντικρουόμενες μεταξύ τους, ενδεικτικές ωστόσο της περιόδου που διανύουμε. Φίλος, καθηγητής σε τμήμα ΙΕΚ μουσικής τεχνολογίας, ρωτώντας μαθητές που ήδη έχουν σπουδάσει (σε κάποιο βαθμό έστω) μουσική, ρωτάει: πόσοι από εσάς αγοράζουν δίσκους; Από τους είκοσι σπουδαστές, μόνο ένας σήκωσε το χέρι του.(Στη συνέχεια, αυτός ο ηρωϊκός ένας, παραδέχθηκε ότι δεν αγοράζει ποτέ ελληνικές παραγωγές… Άλλο θέμα, άξιο λόγου και αυτό.)

Οι δίσκοι βινυλλίου, θεωρούνται από τους ημιμαθείς απαρχαιωμένο μέσο. Εν τούτοις, το βινύλλιο όχι μόνο επέζησε των διώξεων, αλλά βιώνει μια εκ νέου άνθηση, με νέες κυκλοφορίες, με επανακυκλοφορίες ιστορικών ερμηνειών αλλά και την κατασκευή πικάπ, που κάνουν οποιοδήποτε ψηφιακό μέσο να …αυταναφλεγεί από ντροπή. Μπορεί το εγχώριο δισκογραφικό τραστ να σνομπάρει το βινύλλιο, ωστόσο ακόμα και οι εμπορικότεροι των εμπορικότερων στο εξωτερικό, παράγουν και μια συλλεκτική έκδοση. Πρόκειται για μια μεγάλη νίκη αυτών που απλά δεν γουστάρουν να υποβαθμίζεται η ζωή τους. Ας διαλέξουμε «στρατόπεδο» λοιπόν!

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.