Menu

Είναι εύκολο να μιλάς για πράγματα που αγαπάς ή όταν αγαπάς δεν υπάρχει βαθμός δυσκολίας και ευκολίας γιατί μόνο τότε μπορείς να μιλήσεις; Είναι απλώς κούφιες οι λέξεις ως που να τις γεμίσει η αγάπη; Είναι αλήθεια ότι ίσως σε μια λέξη  εμπεριέχονται όλες οι υπόλοιπες όταν είσαι κενός από αγάπη ή θλίψη ή οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα; Μπορείς να επικοινωνήσεις άραγε μόνο όταν βρεις κάτι κοινό, μια λέξη που να συμβολίζει απλώς και μόνο την αγάπη; Εκατομμύρια λέξεις για να ειπωθεί το αυτονόητο; Το όνομα του Θεού είναι μυστικό;  Η σιωπή χρυσός; Αφήνοντας τον άλλο να μιλά σε μια διάλεκτο που νιώθεις ότι έχεις ξαναζήσει μήπως γίνεσαι μέρος του;

‘Και σκότος επάνω της αβύσσου, και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος.’

Ο Αδάμ χρειάστηκε μόλις μια ημέρα για να συνειδητοποιήσει τον κόσμο. Γυμνός και μόνος χωρίς τη χρεία της γλώσσας επέπλεε επάνω από τα νερά σαν σκοτάδι, αμίλητος. Έβρεχε μέσα του λέξεις. Εκείνος ένιωθε να χτυπούν επάνω του και να μοιράζονται στο πρόσφατο παρελθόν του, να ξαναγυρίζουν επίμονες για να εξοστρακιστούν και πάλι στο ματωμένο πηγάδι που τις ανάβλυζε φέρνοντάς τις
στα άκρα των χειλιών του.

Αλλά δεν μιλούσε. Έβλεπε γύρω του την Εδέμ ακίνητη, τον ουρανό ν’ ανθίζει, ρόδα που γεννιούνται με τις αναπνοές του Θεού, κισσούς να έρπουν προς τη γη καθώς κατέβαζε το βλέμμα του για ν’ αντικρίσει το defile της προόδου. Δεν ίδρωνε αλλά ήταν υγρός μέσα του, αναζητώντας κάπου ν’ απλώσει τις λέξεις για να στεγνώσουν καθώς ο άνεμος ψιθύριζε. Η άμμος που σηκωνόταν καθώς βάδιζε ήταν η άμμος που συρρικνωνόταν σε ένα μόνο σπυρί καθώς βούλιαζε μέσα στην ψυχή του.

Και ο Αδάμ έψαχνε χωρίς να γνωρίζει.

Όταν την είδε ένιωσε ότι δεν υπήρχαν πια οι λέξεις, ότι δεν χρειάζονταν ούτε αυτές, δεν είχε σημασία να μιλήσει. Σταμάτησε να βρέχει μέσα του και ανάμεσα στα ρόδα και τα γαρύφαλλα πέρασαν οι ακτίνες του ηλίου. Ηλιοστάλαχτη η Εύα καθόταν στο σκοτάδι φωτίζοντάς το, ανέπνεε βυθίζοντας το πρόσωπό της στην ανάμνηση και ξεπροβάλλοντας πάλι αναδυόμενη από μέσα του σαν ζωντανή γλώσσα χωρίς σύμβολα. Χειρονομίες και τα κορμιά τους ήταν αρκετά, για να νιώσουν επάνω στη γη.

Δεν χρειάζεται η γλώσσα. Όσοι το λένε δεν το πιστεύουν, όσοι το πιστεύουν έχουν πάψει να μιλάνε. Μπορεί κανείς να σταθεί ανάμεσα σε ηφαίστεια, ανάμεσα σε κορμιά ζωντανών νεκρών, τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας, με τον θόρυβο να συνθλίβεται επάνω του και το πλήθος να τον καταπίνει χωρίς να μιλήσει; Με το βλέμμα του μόνο προσηλωμένο στην Ανατολή που χαράζει στα μάτια της,  ακουμπώντας στις μπαρόκ σκιές του φωτός της, στις αύρες της Εδέμ, με την δι’ ελέου και φόβου σιωπή να τον καθαρίζει; Αρκεί το δικό της βλέμμα, όχι η δική του ύπαρξη, για να αντιληφθεί ότι επικοινωνούν.

Στα βήματά τους δεν χρειάζεται κανένας συντονισμός. Νιώθουν ότι διανύουν την έρημο αφήνοντας πίσω τους πηγές μέλι και γάλα. Σαν να αιωρούνται στο κενό πριν σχηματιστεί κάτι τόσο συμβατικό όσο οι λέξεις επάνω στις οποίες έχουμε μάθει να ισορροπούμε. Η ισορροπία του τρόμου, ο φόβος της αμηχανίας, κοπέλες που κάθονται στο απέναντι παγκάκι, να ψάχνεις στις τσέπες σου εναγωνίως για επιχειρήματα βιομηχανικής επεξεργασίας, να τρέμεις μήπως δεν αρθρώσεις σωστά τα γρανάζια, να προχωράς διαγράφοντας κύκλους. Και έπειτα να διαπιστώνεις ότι μιλάς μια διαφορετική γλώσσα από εκείνων, και ν’ αναρωτιέσαι αν αξίζει τον κόπο μια τέτοια ομιλία, δεμένη στους σκυθικούς δρόμους, αφημένη να την καταβροχθίζουν οι γύπες σαν τιμωρία για το προπατορικό αμάρτημα, γλώσσα από σάρκα, βλοσυρή και καταδικασμένη να πενθεί. Δεν βγαίνει κανένα νόημα.

Και όμως πετούσαν! Είχαν ενώσει τα συμβατικά κορμιά τους και φτερούγιζαν σαν πεταλούδα έχοντας μπλέξει τα χέρια τους και νίβοντας το πρόσωπό τους με την αρμύρα που άφηνε στην άλω τους η εξάτμιση του υγρού αλφάβητου. Δεν χρειάζονταν για να συνεννοηθούν τίποτε περισσότερο από τη σιωπή, από να τον
κοιτάζει πώς την βλέπει, από το να την νιώθει πώς συντονίζεται στο τίναγμα των φτερών τους.

‘Όφις ην φρονιμότατος πάντων των θηρίων επί της γης και είπεν ο όφις τη
γυναικί.’

Ο Αδάμ δεν είχε ξαναδεί την Εύα έτσι. Τίναξε πίσω τα μαλλιά της αφήνοντας να χυθούν ακατάστατες οι φράσεις της. Σαν να ξεφλούδιζε η ίδια ό,τι είχαν μετουσιώσει ως τότε. Του προσέφερε το μήλο, και εκείνος, δεν μπορούσε ή μπορούσε να κάνει αλλιώς, δεν είχε σημασία, κατάλαβε ότι κάτι γεννιόταν μέσα του, περίεργο, ξένο στον ίδιο, άρα ήδη προσηλωμένο σε μια γλώσσα. Όταν το έφαγε η ζυγαριά έδειξε όλες τις λέξεις που είχαν συσσωρευτεί μέσα τους να καταγράφονται, καταχωρούνται, επισημαίνονται, χρησιμοποιούνται και αναλώνονται από τον μεταβολισμό του στο προκατακλυσμιαίο βάρος του. Και καθώς προσπάθησαν να πετάξουν την ένιωσε να σκοντάφτει και να πέφτει, ενώ ο ίδιος έβλεπε τη φλούδα να τον τυλίγει για να του θεραπεύσει την πληγή της.

Αν έφταιγε μόνο ο όφις ίσως όλα να έμοιαζαν κάπως δικαιολογημένα. Τα γυαλιστερά παπούτσια, οι δρόμοι που χύνονται με πίσσα προς τον ορίζοντα, το ακρόπρωρο που πάγωσε στη μέθη για την εξουσία, η επιμελημένη συγκατάβαση, ακόμη και αυτές οι ίδιες οι λέξεις. Όμως τίποτε δεν έμεινε μυστικό, ούτε καν το μυστικιστικό, και δέχονται πια ως αληθινό το επιστητό.

Καταδιώκονταν πια από λέξεις. Που μάλιστα δεν είχαν νόημα. Ανοησίες. Ο Αδάμ
της ζήτησε να σωπάσει για ένα λεπτό. Από που προέρχονταν όλα όσα ένιωθαν άραγε; Τώρα ο Αδάμ έβλεπε τις λέξεις, που άλλοτε εξαϋλώνονταν, να διαστέλλονται μέσα του σαν τιτάνες εν τη γενέσει, να ετοιμάζονται να τον γκρεμίσουν από τον θρόνο τους. Και απομακρύνθηκε, όχι γιατί ένιωθε αποστροφή για την Εύα, αλλά μάλλον γιατί δεν την χωρούσε πια το λεξιλόγιό του. Οι φράσεις που κάποτε αρκούσε το βλέμμα για να ειπωθούν τώρα απαιτούσαν την δική τους διέξοδο και η εσωτερική του δροσιά μεταμορφωνόταν σε υδράργυρο που φλόγιζε τα μάτια του. Δεν καταλάβαινε αν η Εύα ένιωθε ό,τι και αυτός, αλλά δεν τον ενδιέφερε κιόλας γιατί συνειδητοποιούσε ότι τέτοιου είδους προβλήματα θα μπορούσαν να διευθετηθούν και αργότερα, φυσικά με τη βοήθεια των λέξεων.

Θα της έδινε έναν καθρέφτη για να την ευχαριστήσει που τον είχε αποδεσμεύσει από το είδωλό της. Αλαζονικός, σαν να έβλεπε όλα όσα είχε αποσιωπήσει να αλέθονται πια στον δικό του νερόμυλο, αποφάσισε να χρησιμοποιεί την δική του γλώσσα για να την γοητεύσει. Να κοιτάξει στο δικό του βυθό. Όμως έπεσε στο πηγάδι του, που τώρα καθώς είχε πια σταματήσει να ρέει έσωθεν το άφθονο νερό των φράσεων είχε στερέψει και τον υποδεχόταν ως άβυσσος. Μια κραυγή στον άνεμο θα ήταν άραγε αρκετή να αποσιωπήσει τον πανικό του;

‘Εκάλεσε Κύριος ο Θεός τον Αδάμ’

Δεν είναι όλα ρόδινα. Όταν νιώθεις ξένος. Όταν βγήκαν από τον παράδεισο. Όταν κατάλαβαν ότι η γλώσσα δεν αρκούσε να τους προσφέρει όσα η σιωπή. Ήταν ξένοι μεταξύ τους. Ήταν καλύτερα να περπατάνε χωρίς να μιλούν. Δεν κινδύνευαν από τα θηρία, τις καταιγίδες. Ούτε από τις παγίδες, ούτε από την έλλειψη τροφής. Τους τρόμαζαν οι λέξεις. Η σημασία τους, το ότι έστεκαν αγέρωχες και από αδύναμα πλάσματα είχαν γίνει θυρεοί θνητότητας. Ότι τους υποδέχονταν με ομοβροντία συνωνύμων, ότι τους αντέτειναν αντωνυμίες, ότι δεν είχαν φανερωθεί εντελώς. Αλλά και να μπορούσαν πώς να τους φανερώνονταν; Στους ξένους; Αποφάσισαν να τους φιλοξενήσουν, μέχρι να προσαρμοστούν, αλλά ποτέ δεν θα κατόρθωναν να ειπωθούν εύληπτα.

Γιατί αν όχι ξένοι τουλάχιστον συνοδοιπόροι τραβώντας παράλληλους δρόμους. Γλωσσικούς πάντοτε. Με ό,τι τους έχει απομείνει από την περηφάνια. Με τις ψυχές τους τώρα ν’ αναβλύζουν λάβα αντί για νερό, να καίγονται εσωτερικά να επικοινωνήσουν χωρίς να μπορούν να πουν τίποτε, νιώθοντας τα ίδια τους τα κορμιά παρανάλωμα του πυρός, ξυπνώντας ανάμεσα στο δέρμα τους και τα σεντόνια, κάθιδροι ψάχνοντας στο σκοτάδι ο ένας την καρδιά του άλλου προσπαθώντας να εντοπίσουν κάποιο Σημείο επαφής, να ξαναπετάξουν όπως η αρχέγονη πεταλούδα που μετουσίωνε, τώρα προνύμφες αμείλικτης γλώσσας. Το τίμημα για να μην πνιγεί κανείς.

Οι λέξεις προκαλούν σύγχυση. Σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη χειρότερα, γεννούν γλώσσα. Η σημειολογία του Παραδείσου ήταν απλή : το αγόρι και το κορίτσι. Όμως ο Αδάμ και η Εύα δεν αρκέστηκαν στην πληρότητα, θέλησαν να σύρουν την Εδέμ κάνοντάς την κορμί τους.

Δεν μπορώ να σκεφτώ μουσική ιδανικότερη για να συνοδέψει όλη την ιστορία της Πτώσης από τη γλώσσα που δημιούργησε η φυλή των Xymox στον ομώνυμο δίσκο της. Το Clan of Xymox είναι ο αντίστοιχος δίσκος της Φαιστού για την προ, κατά και μόλις μετά την Πτώση ιστορία του ανθρώπου. Συμπυκνωμένος λιτά, carousel συναισθημάτων και κιβώτιο ταχυτήτων της ματαιότητας αφηγείται τη Γένεση με τα χρώματα της μουσικής. Και αυτά ανεξίτηλα χρωματίζουν τον ορίζοντά μας προσδίδοντάς του αισιοδοξία ωστόσο και το αίσθημα deja vu που θα χρειαστεί για του Παραδείσου την ανάβαση.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.