Είχα υψηλές απαιτήσεις για το νέο άλμπουμ των Interpol. Για την ακρίβεια, περίμενα ένα άλμπουμ δύο βήματα παραπέρα από το Antics και όχι επανάληψή του, ένα άλμπουμ με τη μαγεία του Turn on the bright lights αλλά και με καινούριες, διαφορετικές ακουστικές πινελιές οι οποίες θα έδιναν βάθος και καινούρια διάσταση στον πλέον καλοδουλεμένο ήχο τους. Ακόμα, περίμενα λιγότερο αφηρημένους συνειρμούς στους …ντανταϊστικούς σχεδόν στίχους του Paul Banks (ακόμα ψάχνω τι θέλει να πει ο ποιητής με τους «200 καναπέδες όπου μπορείς να κοιμηθείς απόψε» του «PDA»), εμφανή θετική ενέργεια στα αντίστοιχα uptempo κομμάτια και βαθύτερη, συγκλονιστικότερη μελαγχολία στις περισσότερο προσωπικές στιγμές τους.
Ύψος και βάθος δηλαδή, πληθώρα συναισθημάτων και ηχοχρωμάτων και όχι επαναλαμβανόμενα μοτίβα και flat, μονοδιάστατο αποτέλεσμα. Εάν συνυπολογίσουμε και την ωρίμανση, καλλιτεχνική και προσωπική, των Interpol στην πάροδο του χρόνου, τότε σίγουρα οι προσδοκίες για τη νέα τους δουλειά ήταν μεγάλες και η αναμονή σχεδόν βασανιστική…
Πριν από δυόμιση χρόνια περίπου, στην κριτική του Antics, έγραφα: «Oι Interpol λοιπόν επέστρεψαν έχοντας κερδίσει το στοίχημα του δύσκολου follow up με τις λιγότερες δυνατές απώλειες: Ελαφρώς λιγότερο catchy κομμάτια και επανάληψη της πρώτης, επιτυχημένης συνταγής μεν, όμως όταν εκείνη είναι τόσο καλή και τόσο προσεκτικά “μαγειρεμένη”, γιατί να την αλλάξεις; Έτσι κι αλλιώς ένα δεύτερο άλμπουμ είναι πολύ νωρίς για πειραματισμούς και οι τέσσερις Νεοϋορκέζοι έχουν πολύ μέλλον ακόμα για τέτοια “κόλπα”… »
Πολύ νωρίς λοιπόν για νέα κόλπα το Antics, τι συμβαίνει όμως με το Our love to admire; Είναι σαφές πως μία επανάληψη των προηγούμενων θα ήταν ανούσια, λιπόψυχη ακόμα, ιδιαίτερα όταν στο μεσοδιάστημα εμφανίστηκαν αρκετές μπάντες (She Wants Revenge, Editors) οι οποίες όχι μόνο αντέγραφαν τους Interpol (που αντέγραφαν ήδη άλλους, έτσι κι αλλιώς παρθενογένεση στις τέχνες και δη στη μουσική δεν υφίσταται πλέον) αλλά γνώρισαν κι επιτυχία κάνοντάς το. Οι Interpol θα έπρεπε να παρουσιάσουν κάτι διαφορετικό, μια νέα πρόταση η οποία θα είχε να πει πολλά παραπάνω και θ’ ανέβαζε τη μπάντα σε άλλη κατηγορία, αυτή των «μεγάλων» (ένας λόγος παραπάνω τώρα που άφησαν τη Matador κι υπέγραψαν σε major label). Έτσι κι έγινε, εν μέρει.
Ίσως υπεύθυνη για τον εμπλουτισμένο ήχο των Interpol να είναι η παραγωγή και η νέα δισκογραφική τους, ίσως και όχι, οι διαφορές όμως στο Our love to admire φαίνονται από το πρώτο κιόλας τραγούδι: Το «Pioneer to the falls» είναι ένα μεγαλειώδες κομμάτι, ένα grand opener που λειτουργεί καταλυτικά στο να γείρει υπέρ τους η πλάστιγγα. Κιθαριστικές μελωδίες, πλήκτρα και μελόντικα που δίνουν επικές διαστάσεις, στίχοι που σχεδόν στάζουν πίκρα, μελαγχολική ατμόσφαιρα που στοιχειώνει χάρη στην εξαιρετική παραγωγή του Rich Costey (Muse, Franz Ferdinand), όλα δείχνουν πως αυτό που ακολουθεί είναι όχι μόνο άνω του μετρίου, όχι απλά άξιος διάδοχος του Antics, αλλά, όπως αναφώνησα αρχικά μ’ ενθουσιασμό (μάλλον ζώντας λυκειακό flashback και διόλου συγκρατημένα, διόλου «μουσικοκριτικά»), «δισκάρα». Και την αυτή άποψη θα διατηρούσα εάν το cd player έκανε ακούσια skip και με πήγαινε από το πρώτο κομμάτι στο δεύτερο, εξαίσιο «No I in threesome» (που θυμίζει έντονα το παλαιότερο «Obstacle 2») με τους ιδιαίτερα προσωπικούς –παρά τον παραπλανητικό τίτλο- στίχους (« there are days in this life when you see the teeth marks of time, two lovers divide»), στη συνέχεια στο πρώτο single-σημαιοφόρο «The Heinrich Maneuver» (οι γνωστοί, καλοί Interpol που αγαπάμε σε μεγάλα κέφια, δυνατά μπάσα και πνεύμα αυτο-σαρκαστικό, τραγουδώντας σε γρήγορο τέμπο τη σχέση που πλέον έλαβε τέλος και το πρώην έτερο ήμισυ μετακόμισε αναζητώντας fame, fortune και άλλες …αγκαλιές στην δυτική ακτή των ΗΠΑ), συνεχίζοντας έπειτα με τα «Mammoth» και «Wrecking Ball» και τελειώνοντας με το υπέροχο Lighthouse, ένα κομμάτι ελεγειακό, απόκοσμο, που θυμίζει Cure σ’ εποχές Faith, τι πιο μεγαλειώδες, τι πιο ταιριαστό για κλείσιμο δίσκου (κάτι που πάντοτε θαύμαζα στους Interpol είναι η «μυθιστορηματική» δομή των δίσκων τους με πρόλογο, κυρίως θέμα κι επίλογο, την οποία διατηρούν με φλεγματική συνέπεια σε όλες τις δουλειές τους). Επιπλέον, η εκφραστικότατη φωνή του Paul Banks έχει γίνει πιο ζεστή, εύθραυστη και συναισθηματικά φορτισμένη από ποτέ, μάλλον εξαιτίας των ιδιαίτερα προσωπικών, άμεσων στίχων του οι οποίοι, σε κομμάτια όπως τα «Pioneer to the falls» και «Lighthouse» μοιάζουν μ’ εξωτερικευμένες Ερινύες.
Εάν λοιπόν το cd player μου είχε αυτόνομη σκέψη και διάλεγε τα προαναφερθέντα κομμάτια, τότε όχι μόνο δεν θα έβαζα τον χαρακτηρισμό «δισκάρα» σε εισαγωγικά, αλλά θα τον έκανα παντιέρα με μεγάλα, κόκκινα γράμματα και θα προκαλούσα ευθαρσώς τυχόν αντιφρονούντες να προτάξουν τα επιχειρήματά τους. Όμως, ευτυχώς ή δυστυχώς, το Our love to admire το άκουσα στην ολότητά του κι εδώ έρχονται τα εισαγωγικά…
…γιατί, όπως φαίνεται, οι Interpol μάλλον φοβήθηκαν να υποστηρίξουν μέχρι τέλους τις νέες μουσικές τους εξερευνήσεις. Έτσι έχουμε τα «All fired up», «Pace is the trick», και «Who do you think?» που όχι μόνο θυμίζουν Antics, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι μέρος του (κομμάτια που έμειναν απ’ έξω ίσως;) ή ακόμα και b-sides στα single από το Turn on the bright lights. Τόσο πολύ μοιάζουν με τα προηγούμενα, τόσο λίγη –έως ανύπαρκτη- είναι η απόκλιση, που εύχεσαι να ήταν όντως αυτόνομο το cd player, για να μην αναγκαζόσουν τώρα να μασήσεις τα περί «δισκάρας». Δυστυχώς εδώ οι Interpol επαναλαμβάνονται και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση, σερβίρουν μία από τα ίδια ώσπου πλέον το skip είναι εκούσιο. Ακολουθούν πιστά τη φόρμα τους μεν αλλά, ελλείψει πρωτοτυπίας (και μελωδίας), το αποτέλεσμα είναι περισσότερο βαβούρα, παρά ευχάριστο. Επομένως;
Επομένως, λοιπόν, το Our love to admire είναι ένα άλμπουμ που αξιώνει πολλαπλών ακροάσεων και μάλιστα εκτοπίζει το Antics, θα μπορούσε μάλιστα (και ίσως θα έπρεπε) να ήταν αυτό η συνέχεια του Turn on the bright lights. Οι Interpol κατάφεραν ν’ ανανεώσουν τον ήχο τους και να δώσουν ένα αποτέλεσμα λυρικότερο, εμπορικότερο και περισσότερο προσβάσιμο και μ’ αυτή τους ακριβώς την κίνηση διεκδικούν να γίνουν κάτι πολύ μεγαλύτερο από «μία ακόμα επιτυχημένη μπάντα με ρετρό εναλλακτικό ήχο». Έχω την εντύπωση πως θα μιλάμε για το Our love to admire για πολύν καιρό• φοβάμαι όμως πως το επόμενο βήμα τους θα είναι το δυσκολότερο. Δεν υπάρχουν πια περιθώρια για επαναλήψεις, ούτε και συγχωροχάρτι. Τοποθέτησαν τον πήχυ πολύ ψηλά και στην επόμενη κίνησή τους δεν θα υπάρξουν ημίμετρα. Ή θα μιλάμε για τους νέους (σ’ επίπεδο βεληνεκούς) Radiohead ή, για να δανειστώ από τους στίχους των τελευταίων, θα έχουμε ένα μεγαλοπρεπέστατο fade out…
Τελικά είναι καλό που δεν βαθμολογούμε, γιατί δεν θα ήξερα τι βαθμό να δώσω: Από τη μία, εάν βαθμολογούσα χωρίς να συμπεριλάβω τα κομμάτια στα οποία οι Interpol επαναλαμβάνονται, θα έδινα σίγουρα 9,5, από την άλλη όμως, εάν έριχνα το βάρος σε αυτά, τότε το Our love to admire δεν θα είχε αξιώσεις για πάνω από 6… θ’ αρκεστώ λοιπόν σε αυτές τις γραμμές και αφήνω περαιτέρω κρίσεις στο δικό σας (αυτόνομο ή μη) cd player… Για μένα πάντως, ακόμα και χωρίς skip, το Our love to admire είναι ο σημαντικότερος, μέχρι στιγμής, δίσκος του 2007. Σχεδόν «δισκάρα».
1. Pioneer To The Falls
2. No I In Threesome
3. Scale
4. Heinrich Maneuver
5. Mammoth
6. Pace Is The Trick
7. All Fired Up
8. Rest My Chemistry
9. Who Do You Think
10. Wrecking Ball
11. Lighthouse


Το πρώτο album του group “The Invitation” ήταν τελικά κάτι παραπάνω από μια δουλειά που άφηνε υποσχέσεις για το μέλλον. Από τα πρώτα κιόλας tracks του album, δεν μπορείς παρά να αφήσεις τον εαυτό σου να γοητευτεί και να παρασυρθεί στις μουσικές διηγήσεις του Will South και της παρέας του. Οι “Thirteen Senses” καταφέρνουν να είναι μελαγχολικοί χωρίς να γίνονται μονότονοι και …ενοχλητικοί. Οι μελωδίες τους, βασισμένες στα πλήκτρα και τα ταξιδιάρικα strings, χωρίς να είναι ιδιαίτερα “catchy” αποτυπώνονται στο μυαλό και ακούγονται το ίδιο ευχάριστα ακόμα και μετά από πολλά ακούσματα, ενώ ακόμα και τα κομμάτια που αρχικά φαίνονται «δύσκολα», ωριμάζουν με το χρόνο και οδηγούν σε ένα γλυκό εγκεφαλικό παιχνίδι, παλινδρομώντας μεταξύ της θλίψης και της γλυκόπικρης αλλά σχεδόν πάντα πρόσκαιρης χαράς.
Και δεν χρειάζεται να έχει δεχτεί κανείς την πρόσκληση τους (“The Invitation”) για να προχωρήσει στη νέα, πιο στενή επαφή που οι ίδιοι φαίνεται να ζητούν από το κοινό τους με το 2ο album (“Contact”). Το “Contact” έχει περισσότερες uptempo στιγμές, περισσότερα και πιο δυνατά strings, αλλά και κομμάτια που πολλές άλλες μπάντες θα εύχονταν να είχαν δημιουργήσει (όπως τα εκπληκτικά “Ones and Zeros” και “Spark”). Στο σύνολό του δεν φαίνεται να έχει τη συναισθηματική δύναμη που είχε το πρώτο τους album αλλά καταφέρνει κι αυτό με το δικό του τρόπο να κερδίζει τον ακροατή. Τα “Spirals”, “Follow Me”, “Call Someone” και “All the Love in your Hands” είναι οι καλύτερες στιγμές του δίσκου, πέρα από τα προαναφερθέντα “Ones and Zeros” και “Spark”.
Για μια φορά το Αν αποφάσισε να έχει κάποιο σχετικό πρόγραμμα χωρίς καθυστερήσεις με αποτέλεσμα οι πρώτες νότες των Astronauts να με πιάσουν απροετοίμαστο στην τουαλέτα. Παίρνοντας την θέση μου μέσα στον υπόλοιπο κόσμο άρχισα να συνειδητοποιώ κάποια σημαντικά πράγματα. Το ένα ήταν ότι η φωνή του Mark παρέμενε αναλλοίωτη και το άλλο ότι το παίξιμο των 17χρονών που αποτελούν την μπάντα του ήταν κάτι παραπάνω από αριστοτεχνικό. Ο ίδιος ο Mark παρέμενε αεικίνητος παρά την ηλικία του με μια περίεργη σπασμωδικότητα και το δυνατό ωμό παίξιμο των παιδιών έντυνε κομμάτια όπως το “Everything Stops For Baby” με μια κιθαριστική δύναμη άνευ προηγουμένου. Πάνω στην σκηνή βλέπαμε ένα πάντρεμα γενεών με κουμπάρο την μουσική και καλεσμένους εμάς που οφείλω να ομολογήσω ότι η συγκίνηση μας έφερε δάκρυα στα μάτια. Ίσως να δάκρυσε και ο Mark πίσω από τα μαύρα γυαλιά του δεν ξέρω.