Menu

Ημερομηνία: 04 Οκτωβρίου 2007, Τόπος: Terra Vibe, Αθήνα, Κείμενο: Νίκος Βογιατζής, Photos: Παντελής Τσέλιος

Το παρακάτω κείμενο έχει τον φιλόδοξο στόχο να επιχειρηματολογήσει υπέρ της άποψης πως η συναυλία που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη το βράδυ στη Μαλακάσα υπήρξε η καλύτερη pop/ rock συναυλία που έχει γίνει στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Αλλά ας συνεχίσουμε με μια λιγότερο εντυπωσιακή εισαγωγή.

Η μουσική βιομηχανία μερικές φορές παίζει περίεργα παιχνίδια. Στην περίπτωση των Muse, η καταξίωση και η συνακόλουθη παγκόσμια αποδοχή συνέβη με τρία χρόνια καθυστέρηση. Για ποιους λόγους, αλήθεια, το εξαιρετικό Absolution του 2003 (το οποίο θα επιμένω να πιστεύω πως είναι το καλύτερό τους album μέχρι στιγμής) δεν είχε τα αποτελέσματα του πολύ καλού, αλλά με κάποιες αδυναμίες (που δεν είναι η στιγμή να αναφέρουμε) Black Holes and Revelations του 2006;

Κατά τη γνώμη μου, για  δύο: πρώτον, η απουσία ενός κομματιού όπως το Starlight, το οποίο αποτέλεσε «κλειδί» για αντιφατικά μεταξύ τους ακροατήρια και ραδιόφωνα, διευρύνοντας καταλυτικά τους δέκτες της μουσικής τους και δεύτερον, το κενό του 2006, που όπως πάντα έπρεπε να καλυφθεί από κάτι που θα έχει τη δυναμική να γίνει μεγάλο και εντυπωσιακό. Κάπως έτσι, η συγκυρία επέλεξε τους Muse το 2006, και αυτοί φρόντισαν να την αξιοποιήσουν στο έπακρο, οργανώνοντας μια εντυπωσιακή και παγκόσμια (πλέον) περιοδεία, που κατάφερε να γεμίσει δύο φορές το νέο γήπεδο Wembley. Καθόλου τυχαίο όμως δεν θα πρέπει να θεωρηθεί αυτό. Το συγκρότημα από το Teignmouth δούλεψε σκληρά από τη day one που η σχετική επιτυχία του χτύπησε την πόρτα (αναφέρομαι στο Muscle Museum του ντεμπούτου Showbiz) να αποτινάξει ακόμη μια άστοχη, όπως αποδείχτηκε στην πορεία, ταμπέλα: του αντιγραφέα των Radiohead. Και η πραγματική μουσική ενίοτε χάθηκε στον δαιδαλώδη και δυσδιάκριτο καθορισμό (οριοθέτηση) της επιρροής από την αντιγραφή. Να πώς μια μπάντα με τεράστιες δυνατότητες έπρεπε να περιμένει με υπομονή κάμποσα χρόνια μέχρι να γευτεί τους καρπούς της καθολικής αναγνώρισης.

Είναι η πρώτη φορά που έρχεται στην Ελλάδα ένα συγκρότημα στο απόλυτο peak της καριέρας του. Μεγάλες συναυλίες έχουν γίνει και στο παρελθόν, και από πλευράς παλμού, και από πλευράς εξοπλισμού, εφέ, videowalls, αριθμού φορτηγών, κλπ. Ίσως και μεγαλύτερες (σε προσέλευση σίγουρα). Όμως όλες άργησαν να περάσουν από τα μέρη μας. Πού ήταν οι Pearl Jam στα 90ς; Οι U2 στα 80ς; Οι Depeche Mode; ‘Η ακόμη οι Metallica στις αρχές των 90ς; Και πολλές άλλες περιπτώσεις ηχηρών ονομάτων τέτοιας εμβέλειας (γιατί σε αυτό αναφέρομαι• συγκροτήματα μικρότερης απήχησης έχουν έρθει, και θα ήμασταν άδικοι και μίζεροι αν δεν το αναγνωρίζαμε). Από αυτή την άποψη, οφείλουμε να συγχαρούμε τη διοργανώτρια που τόλμησε να ποντάρει σε ένα όχι και τόσο σίγουρο χαρτί, με βάση όσα έχουμε δει στο παρελθόν, σε τιμές, μάλιστα, καθ’όλα προσιτές. Το ρίσκο βγήκε, και ευχόμαστε τόλμη και καλές επιλογές σε όλες τις εταιρίες, προκειμένου να σταματήσουμε να ζηλεύουμε αυτά που συμβαίνουν στο εξωτερικό και να χαιρόμαστε θεάματα αυτού του επιπέδου.

Χωρίς support, οι Muse ανέβηκαν στη σκηνή κατά τις 9 παρά είκοσι με το ‘Knights of Cydonia’ και για μία ώρα και 40 λεπτά μας ταξίδεψαν στο μουσικό τους κόσμο, αποτελούμενο από space rock επιρροές, αυτοσχεδιασμούς – δυναμίτες, συναίσθημα, μελωδίες για ένα κόσμο που έχει δύο όψεις, πανηγυρική ατμόσφαιρα στο φινάλε. Δεν ξέρω πόσοι περίμεναν μια τέτοια έκπληξη. Η αλήθεια είναι πως, πριν φτάσω στο συναυλιακό χώρο, και βλέποντας στο πλήθος αρκετά αγόρια και κορίτσια γύρω στα 18, είχα την εντύπωση πως ικανός αριθμός θεατών πήγε μόνο και μόνο για το Starlight και γενικότερα το hype του τελευταίου album. Λάθος. Το κοινό ήξερε σχεδόν απ’έξω όλους τους στίχους, χαρίζοντας συγκινητικά sing along, ακόμα και σε παλιότερες κυκλοφορίες, πράγμα που μαρτυρά πως το συγκρότημα έχει στην Ελλάδα μεγαλύτερη βάση (μιας που είναι και της μόδας η λέξη!) απ’ ότι περίμενα.

Αυτός που εξέπληξε σίγουρα τους πάντες ήταν ο Matthew Bellamy. Πρέπει εδώ να πω πως ο μικρόσωμος αυτός μουσικός έχει κλασσικές σπουδές που θα ζήλευαν πολλοί. Αλλά και αν δεν το ήξερες αυτό, από τις πρώτες νότες της διαστημικής του κιθάρας θα καταλάβαινες πως ο τύπος riff-άρει με ακρίβεια …heavy metal κιθαρίστα, κατεβαίνει και ανεβαίνει οκτάβες για την πλάκα του στο ηλεκτρονικό πιάνο με ουρά (και φωτάκια!) που κουβαλήσανε, τραγουδάει ακριβώς πάνω στις νότες του κομματιού, χωρίς να χάνει τον παρορμητισμό και τα ελεγχόμενα ‘ξεστρατίσματα’ που επιβάλλουν μια ροκ συναυλία, αλλά και το ροκσταριλίκι, γενικότερα. Επιπλέον, κερδίζει στο μεγαλύτερο στοίχημα: να μεταφέρει όλες αυτές τις εντυπωσιακές σε όγκο γνώσεις σε μια alternative pop κουλτούρα που, αφενός δε θα κουράζει, αφετέρου θα αφήνει ένα διακριτό και αναγνωρίσιμο στίγμα. Σίγουρα την Πέμπτη το βράδυ έχτισε με μαεστρία την εικόνα του μύθου (σε αυτό βοήθησε και η υπερικινητική σκηνή παρουσία του, αλλά και οι γεμάτες συναίσθημα και πάθος ερμηνείες του, κυρίως στην κιθάρα) και του απόλυτου ροκ ειδώλου. Ας μη νομίσει κανείς πως οι άλλοι δύο υστέρησαν.

Ο Chris Wolstenholme είναι σίγουρα ένας πολύ καλός και ιδιαίτερα τεχνικός, για το είδος, μπασσίστας που ξέρει να γεμίζει τον ήχο και να βοηθάει όσο χρειάζεται τον Bellamy στα δεύτερα φωνητικά, ενώ ο Dominic Howard στα drums αποτέλεσε ακόμα μια ευχάριστη έκπληξη. Και όλα αυτά σε μια απέραντη σκηνή με τρεις διάφανες γιγαντοοθόνες, εντυπωσιακά οπτικά εφέ και videos συναφή με το θέμα του τραγουδιού, όπου όμως τρία και μόνο άτομα (κι ένας επιπλέον στα sampler και πλήκτρα) κατάφεραν να θέσουν το οπτικό θέαμα σε δεύτερη μοίρα, να το χρησιμοποιήσουν, δηλαδή, σε ρόλο υποβοηθητικό. Κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Στο Bigger Bang Tour των Rolling Stones, ας πούμε, που θεωρείται η ακριβότερη παραγωγή και το απόλυτο ρεκόρ εισπράξεων όλων των εποχών, επειδή έτυχε να το παρακολουθήσω, η μουσική αναγκαστικά μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Όχι ότι οι Stones δε σε αποζημιώνουν, αναλογικά πάντα με την ηλικία τους, και ερμηνευτικά, απλά αποφάσισαν (και καλά έκαναν) να ενισχύσουν το ‘πακέτο’ με μια τέτοια παραγωγή. Και για να επιστρέψουμε στους Muse, το εντυπωσιακό και τόσο καλοστημένο και δουλεμένο στην εντέλεια υπερθέαμα, καθιστά τη σύγκριση με το συναυλιακό παρελθόν της χώρας μας οδυνηρή…

Θα προσπαθήσω να σταχυολογήσω μερικά ‘καρέ’, για να πάρετε κλίμα από όσα συνέβησαν. Βέβαια, οι Muse έχουν μια μακρά πορεία στην οποία ο κάθε ακροατής συνδέεται με τον τρόπο του και επιλέγει εντελώς υποκειμενικά τις εικόνες που θα αποθηκεύσει δίπλα στα συναισθήματά του. Εμένα, ας πούμε, είναι δύσκολο να μου μείνει η εικόνα του Starlight ως highlight. Θα επέλεγα σε κάθε περίπτωση, όμως, τον ύμνο του εναλλακτικού ροκ ‘Plug in Baby’, στο οποίο χοροπηδούσαμε όλοι σα μικρά παιδιά όταν άρχισε να ηχεί το δαιμονισμένο αυτό riff  (και στο τέλος προσπαθήσαμε να φτάσουμε τα θεόρατα μπλε μπαλόνια γεμάτα κονφετί που πέταξαν στο κοινό). Το sing along στο Sing for Absolution, γιατί απλά αποτελεί αγαπημένο μου κομμάτι από το δίσκο του 2003. Τον εκπληκτικό ηλεκτρισμένο ήχο του Feeling Good στο πιάνο και τις εικόνες πίσω από τα video walls. Και βέβαια το σημείο της απόλυτης αμηχανίας: ο Bellamy αφήνει την κιθάρα και παίζει το bridge στο Butterflies and Hurricanes. Από εντελώς προσωπική σκοπιά, η ικανοποίησή μου υπήρξε ακόμα μεγαλύτερη από το γεγονός ότι σχεδόν εξάντλησαν το ‘Absolution’, αποδεικνύοντας ότι και οι ίδιοι το θεωρούν μια πολύ σημαντική δουλειά – σταθμό στην καριέρα τους, και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού, όπως διάβαζα τότε στην ΝΜΕ, αυτό ήταν το album στο οποίο πόνταραν την ‘εκτόξευσή’ τους. Όμως, η ζωή τα έφερε αλλιώς, όπως έχουμε ήδη εξηγήσει.

Θα ήταν άστοχο να υποστηρίξουμε ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε δει τα τελευταία χρόνια ακριβές παραγωγές, ταλαντούχους μουσικούς, εξαιρετικούς τραγουδιστές, δεμένα συγκροτήματα που προβάρουν μαζί από τα 15 τους και έχουν επιτύχει την απόλυτη χημεία. Στην επισφαλή υπόθεση πως σε κάποια από αυτές τις συναυλίες συνέτρεξαν όλα τα παραπάνω, κάτι που συνέβη την Πέμπτη το βράδυ, σίγουρα θα έλειπε τούτο: το εκρηκτικό μείγμα δύναμης και συγκίνησης, πάθους και μεγαλείου επί σκηνής που μπορεί να βγάλει και να μοιράσει απλόχερα σε ένα, ούτως ή άλλως ενθουσιώδες κοινό, μόνο ένα συγκρότημα που βρίσκεται στο απόλυτο peak της καριέρας του, από πλευράς καταξίωσης. Και τίποτα δε μοιάζει ικανό να το σταματήσει, και το γνωρίζει αυτό. Που κοιτάζει από ψηλά το κοινό σηκώνοντας τη σφιγμένη γροθιά ανάμεσα στα φώτα, βγάζει μια δυνατή φωνή και έπειτα κοιτάζει ψηλά τον ουρανό και συνειδητοποιεί ότι μόλις κατέκτησε το σύμπαν. Για ένα ακόμα βράδυ. Θα μπορούσαν να είναι οι U2 του With or Without You και της περιοδείας του Joshua Tree. Οι Red Hot Chili Peppers του Californication, οι Oasis του Wonderwall, οι Muse του Starlight. Και ήταν.

Κοντολογίς, οι Muse είναι σε θέση αυτή τη στιγμή να παράγουν μια συγκλονιστική και, από κάθε άποψη άρτια pop/ rock εμπειρία, που ξεχειλίζει από ωριμότητα, μεστότητα, επικοινωνία και ειλικρίνεια. Δε γνωρίζω πού μπορούν να φτάσουν σε επίπεδο δισκογραφίας, συναυλιακά, όμως, έπιασαν κορυφή. Θα ήθελα, κλείνοντας, απλά να τους ευχαριστήσω, (και μαρτυρώντας, ταυτόχρονα, την αδυναμία μου να βρω έναν καταλληλότερο επίλογο) ως ένας από τους χιλιάδες θεατές, και έχοντας την ελπίδα πως μπορεί να εκφράζω αρκετούς περισσότερους, για όλο αυτό που προσέφεραν στη χώρα μας το βράδυ εκείνο, και έχοντας τη βεβαιότητα πως η αληθινή αξία του μόνο διαχρονικά θα μπορέσει να εκτιμηθεί. So, thank you very much Matthew, Chris, Dominic and see you back soon!

Φωτογραφίες: Παντελής Τσέλιος

Αρχικά, ο αντίλαλος μιας εσωτερικής κραυγής που υψώνεται σαν αψίδα προς τον ουρανό. Ένα κοφτερό, αόρατο λεπίδι που τρομάζει τα πουλιά των βράχων. Κι έπειτα η φωνή επιστρέφει στην πηγή της, στην Teresa Salguiero. Ο αντίλαλος παρέμεινε και διαπερνά τα πλήκτρα του πιάνου διά χειρός Preisner. Συνοδεύει το τσέλο και ο πυρήνας της νέας σύνθεσης του αγαπημένου «σινεφιλικού» συνθέτη έχει μορφοποιηθεί:

Silence, night and dreams. O τίτλος είναι σχετικά αυτοαναφορικός, καθώς το τρίπτυχο «σιωπή, νύχτα και όνειρα» προετοιμάζει και τον πιο ανυποψίαστο για το μουσικό και στιχουργικό περιεχόμενο του έργου. Εξάλλου, υπάρχει και η επεξήγηση του συνθέτη στο booklet. H σιωπή και η νύχτα καταδιώκει φτωχούς και πλούσιους. Τα όνειρα και η ελπίδα για αλλαγή είναι κοινός πόθος και για τους δύο. Το μέσο αντίστασης στη σύγχρονη αλλοτρίωση είναι οι στοχασμοί και η εγκαρτέρηση του Ιώβ.

Έτσι τεκμηριώνονται οι παραπομπές στη Βίβλο και η μερική χρήση της λατινικής γλώσσας, δύο βασικά και τυπικά χαρακτηριστικά της Θείας Λειτουργίας. Ωστόσο, το Silence, night and dreams δεν είναι γρηγοριανοί ύμνοι, αλλά αποτελεί ένα έργο ώριμου υπαρξιακού λυρισμού με κατανυκτική ατμόσφαιρα, την οποία  κατεξοχήν διαμορφώνει η αιθέρια φωνή της Teresa των Madredeus. Η ανθρώπινη και τραγική διάσταση, γνώριμη σε προγενέστερες συνθέσεις του Preisner (Η διπλή ζωή της Βερόνικα, Μπλε), είναι έντονη στο find, όπου το βιολί, το ηλεκτρικό μπάσο και η άρπα ταλαντώνουν τις μοναχικές χορδές μιας έντρομης ψυχής σε αναμονή ενός τέλους ή μιας λύτρωσης.

Στιχουργικά ο προβληματισμός επεκτείνεται στο έκτο κομμάτι στο εφικτό και την πηγή της σοφίας. Η ηχητική πολυφωνική συνοδεία μοιάζει με ανάσα αγγέλων που ξεδιπλώνει τη γαλήνη ενός εσωτερικού ρυθμού, όπως διαμορφώνεται στη χώρα των ονείρων. Μετά τη σιωπή, το σπήλαιο όπου κρυβόμαστε για να απαλύνουμε την ανεξιχνίαστη οδύνη, η neverland μας χαϊδεύει σαν ηλιαχτίδα σε κλειστά βλέφαρα. Η πίστη είναι ισχυρό όπλο,  γέφυρα για ήπια μετάβαση από τη χώρα του ποτέ στην καθημερινότητα. Σύμφωνα με το Ματθαίο, η ιερή παρηγοριά είναι βάλσαμο και ο φόβος δεν έχει θέση πια στην ανθρώπινη καρδιά. Στο ένατο κομμάτι η γλυκύτητα του διεγερτικού ήχου της κιθάρας δηλώνει τη δυνατότητα να κατοπτεύουμε τους νυχτερινούς εφιάλτες από θέση ισχύος με θεία καθοδήγηση.

Είναι προφανές ότι ο Z.Preisner βαδίζει ακόμα σε «κισλοφκικά» μονοπάτια και είναι συνεπής στις πεποιθήσεις και την τεχνική του. Δεν εκπλήσσει, παρά συνδυάζει αρμονικά την κλασική φόρμα, τη μουσική εκτέλεση, την τεχνολογία και τον κοινωνικό προβληματισμό. Το Silence, night and dreams απευθύνεται σε σιωπηλούς ρέκτες που έχουν αναμετρηθεί με τον εαυτό τους σ’ένα μοναχικό σύμπαν.

1. Perchance
2. Silence, Night and Dreams
3. To Speak
4. To Dream
5. To Find
6. To Know
7. To Die
8. Be Faithful, Go
9. To Love

Σε κάποιο early review της ταινίας είχα διαβάσει την άποψη του συντάκτη, ότι άνοιξε πλέον ο δρόμος για τον Anton Corbijn και σίγουρα το Control δεν θα είναι η πρώτη και τελευταία του ταινία μεγάλου μήκους. Δεν μπορώ να πω ότι δεν συμφωνώ. Ο Anton κατάφερε κι έφτιαξε μια πολύ όμορφη κι αρκετά λυρική κινηματογραφική ιστορία, που για λίγο μόνο δεν αγγίζει την απόλυτη κορυφή. Κι αν με ρωτούσε κάποιος τι είναι αυτό που λείπει, το πρώτο που θα ερχόταν στο μυαλό μου είναι το (λίγο παραπάνω) συναίσθημα. Αλλά ακόμα κι αυτό δεν είναι απολύτως αντικειμενικό, και στις περισσότερες των περιπτώσεων εξαρτάται και από την ίδια την συναισθηματική κατάσταση του εκάστοτε cine-viewer. Περισσότερα “Control, Joy Division, Peter Hook στο Αττικόν …και άλλες bittersweet ιστορίες”

Μετά τον αναπάντεχο εισπρακτικό θρίαμβο του «αντιεμπορικού» The Bends, οι Radiohead έγραψαν δύο κομμάτια για την ταινία Romeo and Juliet του Baz Luhrmann (1996), τα Τalk show host και Εxit music (for a film).

Στο Τalk show host ο Thom Yorke  τραγουδά για την αδυναμία συμφιλίωσης με τον εαυτό του (I want to be someone else or I’ll explode), μοτίβο που θυμίζει το κλίμα αυτο-απέχθειας του Creep. Από την άλλη μεριά, τo Exit music αποτίει φόρο τιμής στο έργο του Shakespeare που έκανε τον Yorke να κλάψει σε ηλικία 13 ετών, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος. Τραγούδι αργό, σκοτεινό που καταλήγει με βαθμιαία κλιμάκωση στο κρεσέντο-κραυγή “and now we are one in everlasting peace…”. Περισσότερα “The Street Spirit of …RADIOHEAD [part 2]”

Όσοι δεν έχουν αγαπήσει πραγματικά τους Radiohead, τους έχουν ταυτίσει με το Ok computer, τον δίσκο -ορόσημο που αποτέλεσε τομή στην ιστορία της εναλλακτικής ροκ μουσικής. Κι όμως, οι Radiohead προϋπήρχαν του Οk computer και συνέχισαν να υπάρχουν μετά από αυτό. Aς επιχειρήσουμε μια σύντομη ανασκόπηση της πορείας τους.

Το αρχικό όνομα του συγκροτήματος ήταν On a Friday γιατί η Παρασκευή ήταν η μόνη μέρα που είχαν ελεύθερη για πρόβες! Το πρώτο τους άλμπουμ, Pablo honey, δέχτηκε τα ανελέητα πυρά των κριτικών και αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα από το κοινό. Το αρνητικό κλίμα ανατράπηκε το 1993, με την επανακυκλοφόρηση του creep, που έμελλε να γίνει το δημοφιλέστερο τραγούδι της μέχρι τώρα πορείας τους. Περισσότερα “The Street Spirit of …RADIOHEAD [part 1]”

Το EP τους “Morning Star” ήταν με διαφορά ότι καλύτερο κυκλοφόρησε τη προηγούμενη χρονιά (2007) από ελληνική μπάντα. Οι Vello Leaf συνεχίζουν να μας μαγεύουν ενώ ετοιμάζουν και τη κυκλοφορία του νέου τους τραγουδιού “Now that we are…”. Δεν θα μπορούσαμε λοιπόν να μην φιλοξενήσουμε την έως τώρα “ιστορία” του group στο Lost Echoes.net .
Vello Leaf started their musical journey back in 1999, in the south end of Greece, Chania, calling themselves “deep.insight”.

Formed by the current members of the band and childhood friends (Nikos Grivakis, Michalis Koulieris and Apostolis Lionoudakis), they released their debut EP “Lifepoint” in 2001. After several live performances, the band returned to the studio, this time to record their first original soundtrack for a theatrical performance, a play based on a play by Federico García Lorca.

Their second EP, “distorted.images”, was first released in 2003. Soon after that, the band was introduced to a larger public through magazines, e-zines, the radio and television. At the same time, they participated in a various artists collection called ‘electroPLUStic’, released by the music magazine FREEZE.

Since then, the band has written music for four theatrical performances (works by Vasilis Ziogas, Loula Anagnostaki, Iakovos Kambanellis), and other music of their’s has been given as theme music to other websites and audiovisual projects.

They were renamed to “Vello Leaf” in 2006, along with the presentation of their next release… the “Morning Star” EP!

sources:
http://www.velloleaf.gr/
http://www.myspace.com/velloleaf