Menu

Από το πρώτο κιόλας άλμπουμ, το 1986, οι Pet Shop Boys έπαιζαν με τους -πάντα μονολεκτικούς- τίτλους των δίσκων τους. Έτσι λοιπόν, η ιδέα πίσω από τον τίτλο του Please ήταν ο πελάτης που πηγαίνει στο δισκοπωλείο και ρωτά τον υπάλληλο, «Could I have the Pet Shop Boys, Please?». 23 χρόνια και 9 στούντιο άλμπουμ μετά (χωρίς να υπολογίσουμε τα τέσσερα Disco, τη μουσική για το “Θωρηκτό Ποτέμκιν” και τις διάφορες best of και μη συλλογές), το παιχνίδι με τους τίτλους που παίζουν οι κ.κ. Neil Tennant και Chris Lowe συνεχίζεται και με το δέκατο άλμπουμ τους, το Yes. Αυτή τη φορά όμως το παιχνίδι αυτό μπορεί εύκολα να γίνει μπούμερανγκ και να γυρίσει εναντίον τους, όπως για παράδειγμα στην ακόλουθη υποθετική συνομιλία φαν-υπάλληλου δισκοπωλείου… Περισσότερα “Pet Shop Boys – YES”

“Sounds of The Universe”. Ποτέ άλλοτε οι Depeche Mode δεν ήταν τόσο αντιφατικοί! Οκ, ναι ήταν και με το “Music For The Masses” και ίσως και σε πολλές άλλες στιγμές της μουσικής τους ιστορίας. Εκεί όμως (στο MFTM) η αντίφαση συνίστατο στο ότι έγραψαν κομμάτια που με την ιδιαιτερότητά τους δεν απευθύνονταν στους απανταχού pop fans που θα τους έκαναν αστέρες σε πιο mainstream μονοπάτια, αλλά και πάλι ο κόσμος όχι μόνο δεν ένιωσε να αποξενώνεται, παρά αγκάλιασε τους Depeche και σε μεγάλο βαθμό τους εκτίμησε ακόμα περισσότερο κι από παλαιότερα. Τότε η αντίφαση (ή αν θέλετε η αντίθεση μεταξύ του τίτλου του album και της χροιάς – ατμόσφαιρας των κομματιών) έβγαλε από τα σπλάχνα της κάτι όμορφο, κάτι πραγματικά ποιοτικό και θετικό.

Αυτή τη φορά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η αντίφαση μοιάζει σχεδόν σαν διακωμώδηση. Ο τίτλος και το περιεχόμενο δεν φαίνεται να συμβαδίζουν καθόλου. Καθόλου όμως! Θυμάμαι την απογοήτευση μου με το “Exciter” (κατ’ εμέ το χειρότερο album της αγαπημένης μου μπάντας… τουλάχιστον μέχρι σήμερα!) και προσπαθώ να καταλάβω αν τώρα τα πράγματα είναι χειρότερα. Ίσως είναι νωρίς για να κρίνει κανείς μια δουλειά των Depeche Mode, αλλά για κάποιον (όπως ο υποφαινόμενος) που τους ακολουθεί από μικρό παιδί, για κάποιον που τους έχει “συγχωρήσει” και στο παρελθόν, για κάποιον που γνωρίζει από πρώτο χέρι τις δυνατότητές τους… αδυνατώ να πιστέψω ότι μπορεί το “Sounds of The Universe” να ληφθεί ως καλό album.

Διαβάζω για συγκρίσεις ανάμεσα στο “Playing the Angel” και το νέο δίσκο. Δεν μπορώ παρά να απορήσω ή τουλάχιστον να διαφωνήσω… Το “Playing the Angel” μπορεί σαν concept στο σύνολό του να μην ήταν πολύ δεμένο, αλλά περιλάμβανε μερικές πολύ καλές στιγμές που έστω και με έναν δύσκολο και “τραχύ” τρόπο κατάφερναν να αναδείξουν την μουσική ωριμότητα και ευφυΐα του Gore αλλά ακόμα και να αφήσουν στο μυαλό μας να αναδυθούν ελπίδες ότι και ο Gahan ωριμάζει και μπορεί να γίνει ένας αρκετά καλός δημιουργός. Το PTA άρχισε να με πείθει ότι ήμουν λάθος που πίστευα ότι ο Gore απλά ..βαριέται! Περισσότερα ““Sounds of The Universe” – Η άποψη του Lost Echoes για το νέο album των Depeche Mode”

Γίνεται να συμπαθήσεις ένα γέρο γύρω στα 80, ρατσιστή, στριφνό, αφιλόξενο, που ή γρυλίζει ή φτύνει για να δηλώσει τη δυσαρέσκειά του, που μιλάει στον νεαρό ιερέα της ενορίας του σαν να είναι απλό παιδαρέλι, που φυλάει το αμάξι-αντίκα του σαν κόρη οφθαλμού ενώ τους γιους του δεν θέλει να τους κάνει παρέα, που είναι φόβος και τρόμος για τα εγγόνια του, πόσο μάλλον για τους Ασιάτες γείτονες του;

Ναι γίνεται. Ο Clint Eastwood βάζοντάς σας στο Gran Torino του, θα σας κάνει στην αρχή να γελάσετε με την ψυχή σας και στο τέλος, να μην βγάζετε μιλιά από τη συγκίνηση. Περισσότερα “Gran Torino [cine review]”

Το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009, και μετά από αρκετά χρόνια, επισκέφθηκαν την πόλη μας οι Tindersticks δίνοντας μία ξεχωριστή μουσική παράσταση στο θέατρο Badminton.

Μπορείς να δεθείς ουσιαστικά με ένα συγκρότημα όταν γίνετε soundtrack της ζωής σου ή γιατί απλά σου αρέσει. Μπορείς, επίσης, να το ακούς επί χρόνια και να το παρακολουθείς δισκογραφικά. Δεν μπορείς, όμως, να ξέρεις με βεβαιότητα τι θα σου δώσει σε μία συναυλία και πώς θα αισθανθείς.

Τις περισσότερες φορές, μόνο και μόνο από τον ενθουσιασμό μας, περνάμε καλά γιατί χαιρόμαστε που ακούμε ζωντανά τα αγαπημένα μας τραγούδια. Έτσι ξεκίνησα κι εγώ για αυτή τη συναυλία. Με δεδομένο το αποτέλεσμα… Έβαλα τα καλά μου και πήγα. Το ίδιο έκανε και η μπάντα που ανέβηκε το βραδάκι στη σκηνή με μοναδικό στόχο να μας μαγέψει! Και τα κατάφερε! Περισσότερα “Tindersticks live, Αθήνα, 21.02.09”

The hawk is howling: τίτλος αινιγματικός .Θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός παραμυθιού ή το τέλος του. Το ουρλιαχτό είναι  κι αυτό μουσική, μια μακρόσυρτη ιαχή στο σκοτάδι, ένας οιωνός ή ένα κατευναστικό παιχνίδισμα της νύχτας. «Το γεράκι  ουρλιάζει» μαζί με τις κιθάρες των Mogwai, άλλοτε αιφνίδια και απελπισμένα κι άλλοτε υποτονικά και παραπονεμένα.

Το νέο album των Mogwai δεν εκπλήσσει, αλλά πιστό στο γνώριμο ύφος των αργόσυρτων κιθαριστικών μελωδιών, εκπληρώνει τις προσδοκίες των post-ακροατών.

Το ύφος των κομματιών διαμορφώνεται από τις μουσικές αντηχήσεις των οργάνων και όχι των στίχων. Η θεματική των κομματιών  κυριολεκτικά συνδιαμορφώνεται από τη διάθεση του ακροατή και την πρόθεση του δημιουργού. Έτσι το “The sun smells too loud” θα μπορούσε πραγματικά να είναι μια βαθιά αναπνοή μες στην πρωινή λιακάδα, ενώ το “Scotland’s shame” είναι ένας κλιμακούμενος αναστεναγμός ενός αδιόρατου καημού. Περισσότερα “Mogwai – The Hawk Is Howling”

Αν και ο ρομαντισμός του Σοπέν ή του Μακ Άνταμ, που συγκινεί πάντα όσους εκτιμούν την αξία των αισθημάτων και την ηχητική τους σχηματοποίηση με υποταγή στην κλασική νόρμα, θεωρείται αξεπέραστος, μπορεί να επιβιώνει σε μία μουσική μετενσάρκωση του 21ου αιώνα. Όχι, δεν πρόκειται για βλασφημία ή κριτική μεγαλοστομία. Απλά, οι ήχοι που κατρακυλούν με τις στάλες της βροχής πίσω από τα νωτισμένα τζάμια στα νυκτερινά του Σοπέν αναβιώνουν στις παρτιτούρες του Max Richter, ο οποίος πειραματίζεται μέσα από την ασφάλεια της κλασικής μουσικής παράδοσης, χωρίς να καταργεί το υποκειμενικό βίωμα ενός αφοπλιστικά υποψιασμένου συνθέτη.

Η ιδιαιτερότητα στην περίπτωση του Richter είναι ότι τα μουσικά έργα του είναι πραγματικά παράθυρα που βλέπουν σε έναν κόσμο πολυεπίπεδο, όπως αυτός απεικονίζεται στα λαβυρινθώδη χαρακτικά του Εscher. Η επιλογή της οπτικής γωνίας ανήκει απόλυτα στον ακροατή, για να απολαύσει τη «θέα» με το δικό του τρόπο ξαναμαθαίνοντας να συλλαβίζει τη ζωή με ένα νέο αλφάβητο: 24 κομμάτια – γράμματα μασκαρεμένης ηρεμίας που φυλάσσουν τη χυμώδη τους ροή ευλαβικά .Το τέταρτο άλμπουμ του Richter περιλαμβάνει το αλφάβητο μιας ταξιδιάρικης μελαγχολίας, η οποία άλλοτε προκύπτει από μια επίμονη διάθεση για μουσική τάξη και άλλοτε προβάλλει την ομορφιά του χαοτικά τυχαίου.

Ο ίδιος ο Richter, καθοδηγητής και εκτελεστής στο πιάνο, εναρμονίζει το έργο του με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που πλαισιώνουν εικαστικά το έργο του στα εξώφυλλα ή τις προβολές στις συναυλίες του. Παράλληλα το βιολί και η βιόλα λειτουργούν σε πρώτο πλάνο ή στο φόντο ως αντίλαλοι μιας απομακρυσμένης ευτυχίας, θαμμένης στα παιδικά όνειρα. Η γοητεία της παλαιότητας και του τέλους εποχής αναδύεται μέσα από απρόσμενα γρατζουνίσματα της βελόνας σε ένα σκονισμένο πικάπ ή μέσα από μεσοπολεμικά ραδιοχρώματα, που θα ταίριαζαν άριστα σε ένα παριζιάνικο μπιστρό.

Το “24 postcards in full colour” συνοψίζεται απόλυτα με τα ίδια λόγια του Richter: είναι μια «χούφτα κομφετί», ένα πολύχρωμο διασκορπισμένο υλικό που συνενώνεται κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης ή της ακρόασης. Μία παλέτα, όπου συνθέτης και ακροατής ζωφραφίζουν τη δική τους θέα από το νωτισμένο παράθυρο.

24 Postcards in Full Colour – Track List

1. The road is a grey tape
2. H in New England
3. This picture of us. P.
4. Lullaby from the westcoast sleepers
5. When the northern lights / Jasper and Louise
6. Circles from the Rue Simon – Crubellier
7. Cascade NW by W
8. A sudden Manhattan of the mind
9. In Louisville at 7
10. Cathodes
11. I was just thinking
12. A song for H / far away
13. Return to Prague
14. Broken symmetries for Y
15. Berlin by overnight
16. Cradle song for A (interstate B3)
17. Kierling / doubt
18. From 553 W Elm Street, Logan Illinois (snow)
19. Tokyo riddle song
20. The Tartu piano
21. Cold fusion for G
22. 32 Via San Nicolo
23. Found song for P.
24. H thinks a journey