Menu

Ο Μαρξ, ο έρωτας, ο Θεός. Περιπλανήσεις της νιότης μας που αγωνιούσε να είναι άξια και να καταλάβει, διαφανής στη δικαιοσύνη και στην αξιοπρέπεια. Πόσο δύσκολα γίνεται άξιος και διαφανής κανείς, πόσο δύσκολα καταλαβαίνει. Από απώλεια σε απώλεια, από απόπειρα σε απόπειρα. Πόσοι θ’ αντέξουμε ως το τέλος γέροι, στα συγκαλά μας; Πόσοι θα το παραδεχθούμε το άγριο μάθημα πως η απώλεια είναι το κέρδος, πως το άδειασμα είναι το γέμισμα, στο κενό η πληρότητα κι ο κίνδυνος η μόνο σιγουριά; Αργούμε πολύ. Φοβόμαστε πολύ, αντιστεκόμαστε μάταια. Οι δρόμοι μας μοιάζουν να προχωρούν μα δεν προχωρούν. Οι πιο πολλοί κυκλικά είναι χαραγμένοι.

Βρέχει κι εγώ θυμάμαι νύχτες μιας αγάπης σύντομης. Λόγια του στο αυτί μου πιο ερωτικά απ’ το σώμα του στο κορμί μου. “Δεν ξέρω τι να κάνω με σένα”, μου έλεγε. “Είναι τόσο καλό αυτό που ζω που το φοβάμαι”. “Θα χαθώ μέσα σου”, μου έλεγε. “Θα μ’ αφήσεις γρήγορα κι εγώ θα γυρνώ στην άμμο, γυμνός σαν εκείνο τον παλαβό”. “Δεν αντέχω να πονέσω άλλη φορά”, μου έλεγε. “Καλύτερα να μη ζήσω παρά να ξαναπονέσω έτσι”. Χαθήκαμε. Για να μη χαθούμε μαζί χαθήκαμε χώρια. Χάσαμε την έκσταση που μαζί γεννούσαμε από φόβο να μην τη χάσουμε !

Πόσο ύπουλη και υποκριτική μπορεί να γίνει η δύναμη του λόγου ! Το καταλαβαίνω τώρα που γράψε – γράψε, οι ευχέρειές μου βελτιώνονται και ακονίζονται. Με τρεις αλήθειες για λάβαρο, εισβάλλω περνώντας δέκα ψέματα στις εξομολογήσεις μου. Τα ψέματα αυτογονιμοποιούνται, απλώνουν και γεμίζουν τον κόσμο, μου σαστίζουν τη διάκριση. Σαν τους σουρεαλιστές ποιητές που μαζί με την τέχνη τους μπορούν να περνούν αυθαιρεσίες, μπορούν άνετα να μπλοφάρουν.

Το αδιέξοδο είναι ένα μυστικό σημείο στο τοπίο της ιστορίας μας που λειτουργεί μαγικά. Στέκεσαι μπροστά του, αδειάζεις, ακινητοποιείσαι. Στρέφεσαι απελπισμένος και κάνεις πίσω, κάνεις επιτέλους τη σωστή κίνηση: προς τα μέσα σου. Εκεί, μέσα σου είναι πια η έξοδος κι οι συναντήσεις οι αληθινές, η εύγλωττη σιωπή, οι ζωντανές μνήμες. Εκεί είναι πια η συνεννόηση κι η κατανόηση, η συναίνεση κι η παραδοχή. Γι′ αυτό το λέω πως κάθε άνθρωπος που κάποτε ήρθε κοντά μας και μας τράβηξε, ζει μέσα μας για πάντα. Ωριμάζοντας μέχρι την εικόνα του την αληθινή. Και βηματίζοντας μέχρι τη θέση που του αξίζει.

Η μιζέρια, η καχυποψία και η ανία είναι η δικιά μας κόλαση που μας χαυνώνει και δεν τολμάμε να εγκαταλείψουμε μια και τη μάθαμε καλά. Τσιγκουνευόμαστε να ρισκάρουμε οτιδήποτε αποκτήσαμε. Μια κακιά συνήθεια που μας σιγοτρώει συχνά καταντάει ηδονικότερη απ’ την αλλαγή που υπόσχεται λύτρωση.

Τανγκό μες στον καθρέφτη

Μάρω Βαμβουνάκη | “Τανγκό μες στον καθρέφτη” | Εκδόσεις Φιλιππότη

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.