Menu

«Ο θάνατος δεν υπερβαίνει τις δυνάμεις μας, είναι απλώς το σημάδι στο χείλος του δοχείου: κάθε φορά που το φτάνουμε, είμαστε πλήρεις, και πληρότητα σημαίνει (για μας) βάρος… αυτό είναι όλο. » [R. M. Rilke]

Ο George Falconer, ο ήρωας της ταινίας του Tom Ford μέσα από την εκπληκτική, αψεγάδιαστη ερμηνεία του Colin Firth (υποψήφιος για Oscar Α’ ανδρικού ρόλου) δείχνει προς το παρόν -όπως θα ήταν και εύλογο άλλωστε- να αγνοεί πλήρως οποιοδήποτε συστατικό, οποιαδήποτε αλήθεια κρύβει το παραπάνω απόφθεγμα. Νιώθει το βάρος, λυγίζει κάτω από την ιδέα και μόνο ότι πρέπει να το αντέξει, να το σηκώσει.

Έχοντας χάσει τον επί δεκαέξι χρόνια σύντροφο της ζωής του, καλείται να ζήσει, να επεξεργαστεί το πένθος του, έχοντας στο μυαλό του σαν μοναδικό τέλος στην πορεία του αυτή, την αυτοκτονία. Βιώνει το πρωινό ξύπνημα όπως κάθε άνθρωπος μετά την απώλεια.

«Μου παίρνει χρόνο το πρωί για να γίνω ο George. Χρόνο για να προσαρμοστώ σ’ αυτό που αναμένεται από τους άλλους για τον George. Μέχρι να ντυθώ και να βάλω τις τελευταίες πινελιές στον ελαφρώς δύσκαμπτο αλλά τέλειο George, γνωρίζω ακριβώς τι ρόλο πρέπει να παίξω. Ας τελειώνει κι αυτή η αναθεματισμένη μέρα.»

Στην αγκαλιά του Μορφέα είναι γυμνός, μακριά από κάθε αντίσταση και άμυνα. Τις ώρες εκείνες του ύπνου τα συναισθήματα τον έχουν κυριεύσει, οι εικόνες των ονείρων του είναι καθαρές, ζωντανές, οδυνηρά σκληρές, τραγικά όμορφες, και τίποτα εκλογικευμένο δεν μπορεί να τις κάμψει, να τις περιορίσει, να τις καλύψει με το πέπλο των αντιστάσεων που ο εγκέφαλος μας χαρίζει όταν είμαστε ξύπνιοι. Και κάπως έτσι η έναρξη κάθε καινούριας μέρας είναι ένας νέος πνιγμός στον ίδιο πάντα πόνο. Είναι αυτή η έντονη δυσφορία των πρώτων δευτερολέπτων που ανοίγουμε τα μάτια μας, η αίσθηση ότι ο ήλιος της καινούριας μέρας μας τυφλώνει πριν καν τον νιώσουμε πάνω μας.

«Του έλεγα ότι μόνο οι ανόητοι υποδέχονται την μέρα με χαμόγελο. Ότι μόνο στους ανόητους μπορούσε να διαφύγει η απλή αλήθεια ότι το παρόν δεν είναι απλά παρόν. Είναι μια ψυχρή υπενθύμιση, μια μέρα μετά το χθες, ένας χρόνος μετά τον προηγούμενο. Κι ότι αργά η γρήγορα …θα έρθει.»

Οι συγγενείς του συντρόφου του, τυφλωμένοι από τις προκαταλήψεις και τα ρατσιστικού χαρακτήρα στερεότυπα της δεκαετίας του ’60 αρνούνται στον George ακόμα και την παρουσία του στην κηδεία. Το καθημερινό επάγγελμα του καθηγητή φαίνεται να χάνει το νόημα του σε κάθε κλείσιμο των ματιών του, σε κάθε ανάμνηση, σε κάθε απαγορευτικό που η ίδια η πουριτανή κοινωνία του σχολικού (κι όχι μόνο) περιβάλλοντος βάζει στην ελευθερία της έκφρασης. Η επικοινωνία με τον έξω κόσμο μοιάζει μηχανική, λειτουργική μόνο για τα απαραίτητα, και η μοναδική καλή του φίλη (και πρώην ερωμένη), προσηλωμένη στις δικές της εμμονές, δείχνει ανίκανη να του προσφέρει αυτά που χρειάζεται.

Κι όταν ο ήρωας της ιστορία το παίρνει απόφαση, και με ευλαβική συνέπεια και προσοχή ετοιμάζει την τελετουργία που θα φέρει το τέλος στο βασανιστήριό του (όπλο, σφαίρες, κοστούμι με το οποίο θα τον ντύσουν στο τελευταίο του ταξίδι, φάκελος με χρήματα για την συμπαθή γυναίκα του σπιτιού, έγγραφα της ασφαλιστικής εταιρίας, κλπ), ο ίδιος ο ιδεοψυχαναγκασμός του, κι αυτή η ενδόμυχη θέλησή του να προσπαθήσει ξανά για τη ζωή, τον καθιστούν εξαιρετικά (και απολαυστικά) ιδιότροπο στο πως θα επιλέξει να σκηνοθετήσει το τελευταίο επεισόδιο της ζωής του.

Κι εκεί κοντά στο τέλος, η γνωριμία του με έναν νέο άντρα και η συνειδητοποίηση ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αναζητούν την ιδιαίτερη αν και ατροφική ακόμα ικανότητά του για επικοινωνία, του χαρίζουν τη δύναμη να αφήσει επιτέλους τη ζωή του λίγο να προχωρήσει, χωρίς τα δεσμά του πόνου να την ορίζουν, χωρίς να χρειάζεται να σκηνοθετήσει ο ίδιος το ταξίδι του, και τον προορισμό του.

«Λίγες φορές στη ζωή μου υπήρξαν στιγμές απόλυτης διαύγειας. Όταν για μερικά σύντομα δευτερόλεπτα η ησυχία πνίγει τον θόρυβο, και αισθάνομαι, αντί να σκέφτομαι. Είναι σα να αρχίζουν όλα μόλις τώρα. Και συνειδητοποιώ ότι όλα γίνονται όπως είναι γραφτό να γίνουν… .»

 

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *